Αγάπης Άρωμα και Φως ήσουν, Ψυχή, Παρθένα ανεδύθης μέσα απ’ τη Θεία Πνοή. Το Άρωμά σου όμως σε μέθυσε κι άφησες να ξυπνήσει πρωτόγνωρο για σένα κόσμο. Μα δεν σου είπε ο Πλάστης σου, ότι το Άρωμά σου είναι μόνο για να σκορπά ζωή και Φως, μόνο για ν’ αγκαλιάζει το «Είναι» σου και να ζωογονεί αυτό;
Άφησες την πλάνη να σε πλανέψει με λόγια μεγάλα και πλάνα, την άφησες να εισχωρήσει εντός σου σε μέρος που ήταν μόνο για σένα και να νοθέψει το μύρο της ψυχής.
Ίσως και να μετάνοιωσες, μα δεν πρόλαβες να το νιώθεις, γιατί η γαλήνη σου διεταράχθη και τα κύματα που σηκώθηκαν σκέπασαν κάθε παλμό που απόμεινε να δονείται αμυδρά πλέον.
Δεν πρόλαβες να νιώσεις τι έκανες, μα άφησες να παρασυρθείς στο ρεύμα και να σε οδηγήσει σε δίνη. Τώρα πια δεν ακούς τίποτα, κάθε κτύπος, κάθε δόνηση, απ’ αυτές που ήσουν κάποτε πλήρης, απ’ αυτές που ζούσες κάποτε, τώρα έχουν χαθεί τελείως, τις έχεις ξεχάσει, ζεις σε άλλον κόσμο, που συ τον βλέπεις όμορφο, γιατί συ τον έχεις κάνει στα μέτρα σου.
Δεν είσαι πλέον Θεία Δόνηση, Θείο Φως διάχυτο στην Απεραντοσύνη του Φωτός, δεν πλέεις μέσα σ’ αυτό, δεν ευωδιάζεις πια. Τώρα είσαι ένας άνθρωπος περιπλανώμενος πάνω στη γη, από τη θέση που κάποτε είχες, θα ’βλεπες την αντανάκλασή σου να έρπει.
Τώρα δεν μπορείς να το καταλάβεις, γιατί έχεις ξεχάσει ότι υπάρχει ένας Κόσμος άλλος, που δεν είναι παρά Φως ατέλειωτο, έχεις ξεχάσει ότι ήσουν εκεί και συ. Αρκείσαι στον κόσμο σου και νομίζεις πως είσαι ευτυχισμένος.
Δεν ένιωσες ακόμα το βάρος που έχεις πάνω σου φορτώσει, δεν αισθάνθηκες ποτέ τη διττότητα που εντός σου εισήλθε, τι άλλο απ’ αυτή τη διττότητα είναι η αναταραχή της όλης ζωής σου; Δεν αναζήτησες ακόμα τη γαλήνη;
Κατατεμμάχισες τον εαυτό σου, γέμισες μ’ αυτόν το γήινο πεδίο και σκορπάς μίσος, πού αλλού, στον ίδιο σου τον Εαυτό. Από τη Θεία Πνοή ανεδύθης Φως Αδιάσπαστο και ενιαίο, μα συ επέφερες τη διάσπαση, τον τεμαχισμό σου, κι αντί να προσπαθείς να επανορθώσεις, καλλιεργείς το μίσος, μα ποιον μισείς, αν όχι τον Εαυτό σου;
Προσπαθείς να φροντίσεις, με τον τρόπο σου βέβαια, ένα κομμάτι σου, που λες «Εγώ είμαι αυτό» και δεν γνωρίζεις ότι δεν κάνεις τίποτ’ άλλο από το να πέφτεις από τη μία πλάνη στην άλλη. Όλο φροντίζεις το «Εγώ» σου, μα πάντα δυστυχείς, δεν αναρωτήθηκες γιατί, μήπως κάνεις κάπου λάθος;
Κοίταξε άνθρωπε ν’ απαλλαγείς από το «Εγώ» σου, για να μπορέσεις να δεις με μάτια καθαρά και όχι θαμπά, την Αλήθεια. Μην περιφρονείς κανένα από τα κομμάτια που γύρω σου υπάρχουν, γιατί κι αυτά Εσύ είσαι, τον Εαυτό σου θα βρεις και κει αν κοιτάξεις και τότε θα είσαι πια κοντά στην ευτυχία, που αλλού ψάχνεις να βρεις.
Μαλάκωσε, άνθρωπε, κι άφησε την ψυχή σου να δονηθεί και πάλι, δος της εσύ το χώρο και μην την περιορίζεις άλλο. Δεν νιώθεις ότι ασφυκτιά, άφησέ την να παλμοδονηθεί, για να γνωρίσεις την ευτυχία, για να βρεις γαλήνη, για να πάψεις να είσαι άρρωστος, για να πάψεις να πονάς, για να πάψει να σε βαραίνει η μελαγχολία και η θλίψη.
Άφησε αυτήν να σε οδηγήσει και μη φοβάσαι, δεν θα κάνεις λάθος, μόνον αυτή θα σε φέρει πάλι πίσω στην Αιώνια, στην Απέραντη Αγάπη. Δος της εσύ οξυγόνο, για να το μετατρέψει αυτή σε άρωμα, για να νιώσεις πάλι, όπως κάποτε, τη Θεία Ευωδία. Άφησέ την όσο μπορείς πιο πολύ, ν’ απλωθεί μέσα σου, για να νιώσεις να φουντώνει, να σε πλημμυρίζει, να σε διαποτίζει και να μετατρέπει τα κύτταρά σου σε μόρια ευτυχίας. Αυτή είναι η Αγάπη, είναι το Φως.
Άκου, Άνθρωπε, η ψυχή σου σου φωνάζει, δεν απαντάς; Ξεσκέπασε τ’ αυτιά σου ν’ ακούσεις το κάλεσμα και μίλησέ της. Αιώνες περιμένει απάντηση από σένα, μια λέξη έστω, μίλησέ της τώρα, είναι όμορφη η ψυχή σου, είναι αγνή και πάλλεται με Θείες δονήσεις, μίλησέ της και θα τη νιώσεις και συ. Μην αφήνεις άλλο να νιώθει ξένη, δείξε της πως την ακούς και πως είσαι έτοιμος να της μιλήσεις, πως είσαι έτοιμος να πάρεις αυτά που σου δίνει.
Πέταξε μακριά αυτά που τώρα κρατάς και σου λερώνουν τα χέρια και την υπόσταση. Ζήτησε να σου δώσει η ψυχή σου μύρο για να πλυθείς, για να μπορέσεις να κρατήσεις τα Θεία δώρα, που σου προσφέρει. Πάρε τα, Άνθρωπε, για να γίνεις πάλι Φως και Άρωμα, πάρε τα, κράτησέ τα και νιώσε ευχαριστία γι’ Αυτήν που σου τα δίνει, τίμησέ τα και δόξασέ τα, για να δοξαστείς.
Ένα ευχαριστώ, Άνθρωπε, ένα φωτεινό ευχαριστώ η υπόστασή σου ολόκληρη ας γίνει, ένα ευχαριστώ και μια συνεχής ανάταση προς Εκείνον, που σου δίνει την Αγάπη. Η ψυχή σου τεμάχιο μικρό δικό Του είναι.
Άνθρωπε, σε δίδαξα τόσα πολλά. Μόνος σου διάλεξες το δρόμο που συνεχώς σε βγάζει σε αδιέξοδο, μα Εγώ ήλθα και σου έδειξα τον τρόπο να βγεις απ’ αυτό. Είμαι μαζί σου, Άνθρωπε, πάντα ήμουν δίπλα σου και τώρα η Παρουσία Μου πιο έντονη σε σένα είναι, γιατί πρέπει κάποτε να Με δεις. Μη σκύβεις το κεφάλι, μη κοιτάς χαμηλά, εκεί που βλέπεις μόνο σκοτάδι είναι και χάος, σήκωσε τα μάτια ψηλά κι ανάβλεψε, δες το Φως, που σου στέλνω, ξεσκέπασε την ψυχή σου, για να λουσθεί κι αυτή στο Φως, που τόσο πολύ το έχει ανάγκη.
Διψά η ψυχή σου, μα συ δεν το βλέπεις, γιατί άλλα σου έχουν τραβήξει την προσοχή, δεν κατάλαβες ότι η ψυχή σου αγκομαχά. Της στέρησες το Φως, το οξυγόνο, τη φυλάκισες και δεν ασχολείσαι καθόλου μαζί της. Ω άνθρωπε, τι κάνεις, προσπαθείς να κόψεις κάθε νήμα που σε δένει με τη Θεία σου Καταγωγή.
Θέλεις να ξεφύγεις τελείως απ’ αυτήν. Η λήθη τόσο πολύ έχει επιδράσει πάνω σου και σ’ έχει αλλάξει και συ ακολουθείς τη διάνοιά σου, αλλά δεν αναρωτήθηκες ποτέ πού πας, πού σε οδηγεί;
Γιατί τόση περιφρόνηση δείχνεις στο κομμάτι σου αυτό, που δεν ζητά τίποτα παρά μόνο να σου δώσει, όχι βέβαια υλικά αγαθά, αλλά κάτι πιο σπουδαίο, κάτι που πουθενά δεν θα βρεις, όσα χρήματα και να διαθέσεις. Ψάχνεις ν’ αγοράσεις την ευτυχία και νομίζεις πως όσο πιο πολλά πληρώσεις, τόσο μεγαλύτερη θα είναι, μα ακόμα γι’ αυτήν ψάχνεις. Δεν θα τη βρεις πουθενά, Άνθρωπε, δεν είναι εκεί που την αναζητάς, αυτό που εσύ λες ευτυχία, είναι πλάνη.
Η ευτυχία είναι μέσα σου. Απορείς, γιατί το θεωρείς αδύνατο; Γιατί πρέπει να βρίσκεται κάπου μακριά, επειδή είναι άπιαστη για σένα; Μέσα σου είναι ο θησαυρός, κι αυτός ο θησαυρός δεν είναι κάλπικος, λάμπει, κι έτσι και τον ξεσκεπάσεις θα ξεχυθεί ατέλειωτος, γιατί είναι απέραντος και ζητά ν’ απλωθεί και συ τον περιόρισες τόσο πολύ και συνεχώς τον περιορίζεις κι άλλο.
Μην είσαι ανόητος και μην προσπαθείς με χίλιους τρόπους να νεκρώσεις και να σβήσεις το Αθάνατο, μην προσπαθείς μάταια να δώσεις ζωή σε κάτι, που ποτέ δεν υπήρξε ζωντανό.
Είχες μάτια, Άνθρωπε, που σου έδειχναν μόνο την Αλήθεια και ποτέ δεν σε πλανούσαν, γιατί τα πέταξες και πήρες ψεύτικα; Τα μάτια που τώρα έχεις, είναι ψεύτικα και σε ψεύτικο κόσμο σε έχουν φέρει και σε οδηγούν σε λάθος δρόμους, ψεύτικη είναι η ζωή σου. Πού είναι τα μάτια σου τα ζωντανά, τα μάτια της ψυχής σου, αυτά που μπορούσαν να δουν το Φως και να σε οδηγούν σ’ αυτό;
Πώς θα δεις τώρα το Φως, που είναι δίπλα σου, γύρω σου; Αν δεν ανοίξεις αυτά τα μάτια δεν πρόκειται να το δεις ποτέ, κι ας είναι κοντά σου, θα είσαι συνεχώς στο σκοτάδι, γιατί σκοτάδι είναι η ύλη σου μπρος στο Φως και τη Ζωή την απέραντη, αυτή που δεν έχει αρχή και τέλος.
Γι’ αυτό, Άνθρωπε, άνοιξε τα μάτια σου τ’ αληθινά, μη στερείς άλλο από τον εαυτό σου το Φως, για σένα είναι, για να σου δώσει ζωή πάλι και η ζωή είναι μέσα σου, μόνο που πρέπει εσύ να της δώσεις νερό, να της ανοίξεις την πόρτα για να μπει το Φως και να την αναστήσει, γιατί τόσους αιώνες την έχεις κακομεταχειριστεί και ταλαιπωρήσει, την έχεις κυριολεκτικά απομυζήσει σαν βδέλλα κι έχεις αφήσει μια σταγόνα να υπάρχει, μη προχωρήσεις όμως άλλο. Άφησε το Φως, που σε λούζει να εισέλθει και να δώσει ζωή πάλι μέσα σου, Ζωή στη ζωή σου που ψυχορραγεί, να γίνει ποτάμι η σταγόνα.
Βλέπεις, Άνθρωπε, η αληθινή ζωή ποτέ δεν σβήνει, ό,τι κι αν κάνεις εσύ, μπορεί να εξασθενίσει, αλλά δεν χάνεται, κάτι μένει κι έρχεται πάντα τροφή γι’ αυτήν, γιατί Αυτός που την έπλασε, την έπλασε Αιώνια και πάντα της παρέχει, ενώ εσύ άνθρωπε κάποτε πεθαίνεις και χάνεσαι και γίνεσαι χώμα. Λοιπόν, τι φοβάσαι, δεν βλέπεις ότι ο Πατέρας φροντίζει το κομμάτι Του, γιατί δεν Τον ακολουθείς;
Το Φως που έρχεται να σε λούσει, μην τ’ αφήσεις να φύγει, κράτησέ το και κλείσ’ το μέσα σου, για να φουντώσει τη ζωή, για να θερμάνει την ψυχή, για να σου ανοίξει τα μάτια.
Άρχισε πάλι να ζεις και πες όχι στο θάνατο, που αιώνες τον ακολουθείς. Ζωή επλάσθης ο ίδιος, γίνε πάλι Ζωή Αιώνια.
