Αδάμ είναι η ονομασία του πρώτου ανθρώπου. Ο Αδάμ δεν είναι όμως ένας άνθρωπος. Αντιπροσωπεύει ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή, το ανθρώπινο γένος, συνοψιζόμενο σε ατομική ανθρωποϊδέα.
Ο Αδάμ εξεπορεύθη από τον Θεό ως Πνεύμα. Δεν είναι απλό δημιούργημα, είναι η εκδήλωση του Θεού. Γι’ αυτό και περιέχει όλες τις Δυνάμεις, όλες τις Θεϊκές ικανότητες, την Παγγνωσία, την εσωτερική Αρμονία, αλλά και την Αρμονία σε συνάρτηση με όλο το Σύμπαν. Ο Αδάμ είναι ένα πανίσχυρο Πνεύμα, που διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξή του, την Τελείωσή του. Αυτό το Πνεύμα διαχωρίζεται σε δύο και εκδηλώνεται μέσα από δύο διαφορετικές εξωτερικές μορφές. Το άρσεν και το θήλυ. Η δισυπόστατη εκδήλωσή του γεννά, για πρώτη φορά, τη δυάδα και την έλξη και αλληλοσυμπλήρωση των αντιθέτων. Το Ένα εισχωρεί σε δύο και δίνεται η αφορμή στη διαφοροποίηση ν’ αρχίσει το έργο της, που αποσκοπεί να σχηματίσει το ατομικό γήινο «εγώ» και την ανθρώπινη εξωτερική προσωπικότητα, καταλύοντας την Ενότητα.
Η Πνευματική δυάδα ευλογείται από τον Θεό. Μπορεί ως ο Θεός να εκδηλώνεται. Το Αρχικό Πνεύμα έχει την ικανότητα να διασπάται και σε άλλα, χωρίς να χάνει σε Δυνάμεις και Θεότητα, αλλά μεταφέροντας Αυτές αυτούσιες στις Πνευματικές Του εκδηλώσεις. «Και ευλόγησεν αύτούς ό Θεός, λέγων αυξάνεσθε και πληθύνεσθε…» (Γεν. Α΄, 28). Είναι όμως απαραίτητο η Πνευματική δυάδα να ζει μέσα από την Ενότητα του Θεού, σύμφωνα με τη Θέλησή Του. Η Ευλογία, που της έδωσε ο Θεός, επιβάλλει την εσωτερική Ενότητα όλων των Πνευματικών υποστάσεων. Ο Θεός είναι η Ένωση, και κάθε Του κίνηση αυτήν εξυπηρετεί. Όταν ο δισυπόστατος Αδάμ (Αδάμ – Εύα) αμφισβητήσει και αποσπαστεί από την Ένωση, θέλοντας να διαφοροποιήσει τον εαυτό του, τότε παραποιεί και διαστρεβλώνει την Ευλογία του Θεού. Ο Αδάμ και η Εύα αρνούνται να ενεργούν ως Μονάδα. Επιθυμούν να έχουν ο καθένας δική τους ατομικότητα. Σαν συνέπεια αυτού, το ανθρώπινο γένος διαβιεί μέσα σε κλίμα ακατάλληλο, υπηρετεί το διαχωρισμό και μεταμορφώνεται, παρόλο που μέσα του φέρει Θεϊκά Στοιχεία, σε μονάδες, που αρνούνται να ενωθούν.
Οι μονάδες αυτές έχουν σχηματίσει εντός τους την Αδαμική συνείδηση. Είναι η συνείδηση της πτώσης. Η συνείδηση που διακρίνει και άλλη δύναμη εκτός από τον Θεό και παραδέχεται τις ιδέες Καλού και Κακού ή Θεού και όχι Θεού. Είναι η ύπαρξη και η εκδήλωση του Αδάμ μέσα σε κάθε άνθρωπο. Η κληρονομιά της ανθρωπότητας από την πρώτη επιπόλαια κίνηση, αλλά και το σημείο που της υπενθυμίζει την ανάγκη της επιστροφής. Η Αδαμική συνείδηση διαιωνίζει το σφάλμα του δισυπόστατου Αδάμ. Τρέφεται συνεχώς από τους καρπούς του Δέντρου της Γνώσης. Στερεί από τον άνθρωπο την Πνευματική Ζωή, την απευθείας επαφή με τον Θεό του.
Ο Αδάμ στην αρχική Δημιουργία βρισκόταν κοντά στον Θεό. Ο Θεός του παρείχε έμπνευση και γνώση. Ο νους του εξυψωμένος από το Θείο Φως, που αδιάκοπα δεχόταν, ήταν εναρμονισμένος, συνταυτισμένος με τον Θείο Νου. Δεν μπορούσε να εννοήσει το δύο. Ήταν γι΄ αυτόν μια διαφορετική εκδήλωση του ένα. Παντού γύρω του έβλεπε τον Θεό. Οι σκέψεις του απεικόνιζαν τις σκέψεις Του, η υπόστασή του την Άπειρη Θεϊκή Υπόσταση. Ένας Θεϊκός αντικατοπτρισμός ήταν ο Αδάμ, μέχρι τη στιγμή που, αυτόβουλα, θέλησε να ξεφύγει από την ίδια του την ύπαρξη. Έτσι άφησε να εισχωρήσει μέσα του το μικρόβιο του «εγώ». Αντικατέστησε τον Θείο Νου με τη διάνοια, περιόρισε το Πνεύμα του με την ψυχή του και προτίμησε την εμπειρική από την Πνευματική γνώση, το υλικό του σώμα από την Πνευματική του υπόσταση. Με τον τρόπο αυτό έπεσε, παρασέρνοντας μαζί του την ανθρωπότητα, που μέσα του υπήρχε, κληροδοτώντας της και τα δημιουργήματα της πλάνης του.
Από τότε ο Άνθρωπος του Ουρανού και του Απείρου γίνεται άνθρωπος της γης. Η Αδαμική συνείδηση και τα επακόλουθά της (ψυχή – διάνοια – σώμα) τον δένουν στη γη. Στους Ουράνιους χώρους, όπου βρισκόταν πριν, δεν μπορεί τώρα να μπει. Γιατί οι Ουράνιοι χώροι ήταν μέσα του και στη θέση τους τοποθέτησε τη γη. Ο άνθρωπος προσπαθεί να συλλάβει τα πάντα με τη διάνοια, την επεξεργάζεται και την επεκτείνει συνεχώς. Η Αδαμική συνείδηση τον καταδυναστεύει και τον περιπλέκει δημιουργώντας του σύγχυση, δειλία, ψεύτικες εντυπώσεις. Το σώμα του αμέσως τον εξυπηρετεί και τον διευκολύνει, γιατί είναι γήινο και βοηθά τη γη να τον κρατήσει για πάντα δικό της. Η ψυχή του, που κλείνει μέσα της το διαμάντι του Πνεύματος, αποκτά τόση ύλη και τόσα κατώτερα ένστικτα, ώστε να του στερήσει τη λαμπρότητα και να το βρωμίσει. Όμως το διαμάντι όσο και να σκεπάζεται από σκόνη, παραμένει πάντα διαμάντι. Ο άνθρωπος ποτέ δεν καταφέρνει να το μεταβάλει, να μεταλλάξει την υφή και την Ουσία του και αυτό είναι η μόνη σωτηρία του. Γιατί ο άνθρωπος ζώντας στην πλάνη πολεμά τον εαυτό του. Επιδίδεται στην εξαφάνιση της Αρχής του. Η Αδαμική συνείδηση του δίνει πολλές ευκαιρίες, για να φανερώσει τις ατέλειες του, και τις χρησιμοποιεί σαν όπλα ενάντια στην Τελειότητα. Ο άνθρωπος αναπτύσσει το «εγώ» του, αυξάνοντας έτσι τις ατέλειές του. Γίνεται υπόδουλός του και δουλεύει γι’ αυτό.
Ο δημιουργός άνθρωπος υποδουλώνεται από το δημιούργημά του. Υποφέρει όταν το βλέπει να περιορίζεται, χαίρεται όταν η έπαρση το σηκώνει στα ύψη. Συνδέεται άμεσα μαζί του και εξαρτά κάθε επιθυμία του από τις δικές του υποδείξεις. Γίνεται το υποχείριο της πλάνης, ενώ μέσα του μεταφέρει την Αλήθεια. Βασανίζεται ο άνθρωπος κερδίζοντας μόνο μικρές περαστικές απολαύσεις, που γρήγορα εξανεμίζονται. Αναρωτιέται τι του συμβαίνει. Απογοητεύεται και επιρρίπτει ευθύνες στους γύρω του και στις περιστάσεις, για ν’ ανακουφιστεί. Πιστεύει στις συγκυρίες των γεγονότων, στις συμπτώσεις και στην τύχη. Τους θεωρεί αστάθμητους παράγοντες πάνω απ’ αυτόν, που αδυνατεί να τους ελέγξει. Περνά τη ζωή του και πεθαίνει, χωρίς να καταλάβει ότι για όλα φταίει η Αδαμική του συνείδηση, η διατήρηση μιας πλάνης, που εμποδίζει την ανάδειξη του Πνεύματος και της Αλήθειας.
Γιατί τίποτα δεν γίνεται άσκοπα στο Σύμπαν. Ο Θεός, που το δημιούργησε, είναι Τέλειος. Μέσα στην Τελειότητα το τυχαίο δεν μπορεί να εισχωρήσει. Και εφόσον στον Θεό τυχαίο δεν υπάρχει, είναι αδύνατον να υπάρξει στη Δημιουργία Του. Τα Άπειρα Σύμπαντα διέπονται από Νόμους, Αρμονία, και Τελειότητα. Οι κινήσεις των πλανητών, η ανατολή κι η δύση του ήλιου, η διαδοχή της μέρας απ’ τη νύχτα δεν γίνονται στην τύχη. Πώς είναι δυνατόν τότε στις σχέσεις των ανθρώπων και στον πλανήτη γη να κυριαρχεί η τύχη; Τα πάντα έχουν μια Σκοπιμότητα και προσπαθούν να φανερώσουν κάτι. Ο άνθρωπος όμως αρέσκεται στο να αρνείται τις ευθύνες του και να παραμένει απροβλημάτιστος. Καθετί που συμβαίνει στη ζωή του θέλει να τον διδάξει, να του φανερώσει την πλάνη του. Να τον βοηθήσει ν’ απαγκιστρωθεί από την Αδαμική συνείδησή του και να καθοδηγηθεί και φωτιστεί από το Πνεύμα του, που είναι το μόνο που μπορεί να τον κατευθύνει, γιατί είναι η Αληθινή Υπόστασή του και γνωρίζει την Αληθινή Καταγωγή του και το δρόμο που οδηγεί σ’ Αυτήν.
Και αντί ο άνθρωπος να ωφεληθεί από τη διδαχή του βυθίζεται περισσότερο στην πλάνη, για να την αποφύγει. Κατασκευάζει και άλλα εμπόδια απομακρύνοντας περισσότερο τον εαυτό του από την Αλήθεια. Γίνεται έρμαιο αυτού που ονομάζει τύχη, ενώ κάλλιστα μπορεί ν’ ανακαλύψει την αιτία κάθε αποτελέσματος και σταδιακά να διαλύσει την πλάνη του.
Αδικαιολόγητος είναι ο άνθρωπος, γιατί ολόκληρους αιώνες απωθεί την Αλήθεια και δέχεται να ζωντανεύει τον γήινο Αδάμ, που του γνώρισε το Θάνατο και του αφαίρεσε τη Ζωή. Γιατί φανερώθηκε Σ’ αυτόν ο Θεός, για να σκορπίσει τη σκιά του θανάτου και να του προσφέρει το Φως της Ζωής και αυτός κλεισμένος στην ατομικότητά του, Τον παραμέρισε, Τον ονόμασε Άνθρωπο, Φιλόσοφο, Διδάσκαλο ή Αναμορφωτή. Πρόσδωσε στη Θεότητά Του άπειρα ονόματα και προσπάθησε να Τον εξομοιώσει με τα ανθρώπινα. Αυτόν, Τον Υιό του Θεού, που φανερώθηκε στη γη ως Υιός του ανθρώπου, για να του δείξει ότι και αυτός μπορεί να γίνει Υιός Θεού. Αυτόν που θυσιάστηκε για να άρει από τους ώμους του ανθρώπου την Αδαμική κληρονομιά, για να συγκεντρώσει όλες τις Αδαμικές συνειδήσεις και να τις εξαφανίσει μέσα στη Φωτιά της Θεότητάς Του.
Ο Θεός ενανθρωπίστηκε, γιατί η Άπειρη Αγάπη Του θέλησε να βοηθήσει περισσότερο τον Άνθρωπο. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν δίδαξε μετριότητες. Δίδαξε το Απόλυτο, γιατί είναι το Απόλυτο. Θέλησε να δείξει και στον άνθρωπο το Απόλυτο, που υπάρχει εντός του και να τον βοηθήσει να το εξωτερικεύσει. Γιατί Πνεύμα Απόλυτο και Απεριόριστο είναι ο Άνθρωπος, Εικόνα και Ομοίωμα Θεού, που η Τέλεια εκδήλωσή του εκφράζει τη Θεία Ιδέα, τον ανυψώνει σε Υιό Θεού.
Όμως μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανέλθει και να εξελιχθεί. Η Αδαμική συνείδηση του στέρησε την Αιωνιότητα, η Χριστική τού την προσφέρει πάλι, «ώσπερ γάρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Α΄ προς Κορινθ. ΙΕ΄, 22). Ο Πνευματικός Θάνατος μόνο με τη Χριστική Ζωή μπορεί να νικηθεί. Ο Αδάμ της πτώσης για να επανέλθει στον Πατέρα πρέπει να ενωθεί με Χριστό. Ο Θεάνθρωπος Ιησούς είναι ο Αδάμ ο Έσχατος, που θα μεταβάλει τον άνθρωπο σε Θεό. «Ούτω και γέγραπται· εγένετο ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ εις ψυχήν ζώσαν ο έσχατος Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν». (Α΄ προς Κορινθ. ΙΕ΄ 45)
Ο άνθρωπος πρέπει να συνειδητοποιήσει την Αλήθεια, να βγει από την πλάνη του. Είναι αναγκαίο να αντιμετώπισε ι με θάρρος τα λάθη και τις παρεκτροπές του, για να τις διορθώσει. Η δειλία του, που χρόνια ολόκληρα τον καθηλώνει, πρέπει να αντικατασταθεί από μαχητικότητα και επιθυμία για την επίτευξη του ιερού του πόθου, για την επαναστροφή. Έχει ένα Πρότυπο Αναλλοίωτο, τον Ιησού Χριστό. Η Ζωή Του είναι ο Φωτεινός Σηματοδότης, που δείχνει το μονόδρομο, που καταλήγει στον Πατέρα. Δεν του απομένει παρά να Τον πιστέψει και να Τον λατρέψει με όλο του το «Είναι». Ο άνθρωπος θα μιμηθεί τον Χριστό και θα ζήσει τη Ζωή Του. Διαφορετικά δεν πρόκειται να από κολληθεί από τη γη. Θα ψηλαφίσει την Αδαμική συνείδηση, θα γνωρίσει τη ματαιότητά της και θα την παραδώσει στον Κύριο, εκλιπαρώντας το Έλεος και τη συγγνώμη για την ανάρμοστη συμπεριφορά του. Και ο Κύριος θα του προσφέρει την Υπόστασή Του, τη Χριστική Συνείδηση, σαν ανταπόδοση της προσπάθειάς του.
Γιατί ο Κύριος αναμένει τον άνθρωπο. Λυπάται για την καθυστέρησή του και τον βοηθά σε κάθε του βήμα. Η Θυσία Του έφερε τον άνθρωπο κοντά Του, του έδωσε τη δυνατότητα να συντονίζεται μαζί Του. Όμως ο Χριστός δεν έπαψε να θυσιάζεται από τότε. Θυσιάζεται κάθε φορά που Του παραδίδεται μια Αδαμική συνείδηση, για να εξυψώσει τον άνθρωπο που Του αφοσιώθηκε. Και δεν θα πάψει να θυσιάζεται μέχρι κάθε Αδάμ να Χριστοποιηθεί.
Μόνο δύο δρόμοι υπάρχουν για τον άνθρωπο, του Αδάμ και του Χριστού. Μόλις φύγει από τον έναν θα ακολουθήσει τον άλλον. Ακόμα και αν νομίζει ότι είναι μετέωρος, σίγουρα βαδίζει σε κάποιον από τους δύο. Ο Κύριος το γνωρίζει αυτό, καθώς γνωρίζει και το Πνεύμα του κάθε ανθρώπου. Γνωρίζει επίσης ότι το τέλος κάθε ανθρώπινης πορείας είναι η επιστροφή στον Πατέρα. Γιατί τα πάντα γυρίζουν στην Πηγή τους και ο άνθρωπος αργά ή γρήγορα εκεί θα οδηγηθεί. Η Θεία Παγγνωσία Του και η Θεϊκή Άπειρη Αγάπη Του στηρίζουν τον άνθρωπο και τον ωθούν, με χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους, να αλλάξει τη ζωή του και να Του παραδοθεί, ώστε συντομότερα, αποφεύγοντας τις αναταραχές και τις άσκοπες, κοπιαστικές περιπλανήσεις να φθάσει στον Πατέρα. Ο άνθρωπος ζει στην εξορία, χωρίς να το καταλαβαίνει, και ο Θεός φροντίζει γι’ αυτόν δημιουργώντας του ερεθίσματα και καταστάσεις, που τον ωθούν να διακρίνει το σωστό.
Ο Αδαμικός άνθρωπος όμως δεν είναι εύκολο να Χριστοποιηθεί. Αν ενσυνείδητα δεν ποθήσει και δεν αγωνιστεί για την κατοχή του από τον Χριστό, δεν πρόκειται τίποτα να καταφέρει. Η κατάρριψη της Αδαμικής συνείδησης δεν είναι τόσο εύκολη και απλή, γιατί είναι εδραιωμένη μέσα του. Θ΄ αρχίσει την πορεία του προς τον Χριστό πετώντας καθετί που δεν του χρειάζεται. Και τότε θ’ ανακαλύψει έκπληκτος και τρομαγμένος, ότι κανένα εφόδιο δεν διαθέτει. Γι’ αυτό πρέπει πρώτα να συγκεντρώσει τα εφόδιά του, που θα τον δυναμώνουν και θα τον βοηθούν καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας του. Αυτά δεν είναι ούτε οι γνώσεις, ούτε το επάγγελμα και οι τίτλοι. Μοναδικά εφόδια η Αγάπη, η ενσυνείδητη πίστη, η πραγματική, διακαής επιθυμία του.
Όσο ανεβαίνει, θα βλέπει ότι είναι ανάγκη πολλά ακόμα να πετάξει, και ότι η Αγάπη, η πίστη και ο πόθος του δεν επαρκούν για να καλύψουν τα κενά. Τότε θα οπλίζεται καλύτερα και θα αυξάνει τα εφόδιά του, ζητώντας με την προσευχή του τις απαραίτητες δυνάμεις, για να συνεχίσει. Σταδιακά θα νιώθει την αποκοπή του από τη γη. Θα ζει Σ’ αυτήν, αλλά θα ίπταται στον Ουρανό, γιατί θα την έχει βγάλει από μεσάτου. Θ’ απαλλαγεί από τη διάνοιά του, γιατί θα του είναι άχρηστη. Θα μετουσιώσει την ψυχή του. Το σώμα του, ενώ εξωτερικά θα φαίνεται το ίδιο, θα πάλλεται και θα δονείται από υψηλές δονήσεις και κραδασμούς, που θα διευκολύνουν το Πνεύμα του στην εκδήλωσή του και στην επαφή του με το Θείο. Και όταν κατανικήσει την Αδαμική, η Χριστική Συνείδηση θα βασιλεύσει εντός του, δίνοντάς του την απαραίτητη τροφοδοσία, για να προχωρήσει.
Μέσα στη Χριστική Συνείδηση ζει ο Χριστός. Μέσα Σ’ Αυτήν μεγαλώνει. Από αυτήν ενεργεί, ομιλεί, διδάσκει. Ο άνθρωπος που μπόρεσε να την αποκτήσει, δεν είναι Τέλειος. Πολύς ακόμα ο αγώνας του και μεγάλες οι υποχρεώσεις του. Το Θείο βρέφος θα ανδρωθεί από τον Άνθρωπο. Η τιμητική και εξυψωμένη θέση του ζητά από αυτόν περισσότερα από ό,τι μέχρι τώρα παρείχε. Τα πάθη και η υλική του ζωή, του παρουσιάζονται πάλι, υπερβολικά αναπτυγμένα. Εμφανίζονται νέες ατέλειες, που δεν γνώριζε την ύπαρξή τους. Η πάλη είναι εντονότερη, οι ατέλειες πιο ισχυρές. Όμως ο Χριστός υπάρχει στην υπόστασή του και πρέπει να Τον τιμήσει, όπως και Αυτός τον τίμησε.
Τοποθετημένος μ’ αυτή την ιδέα ο άνθρωπος, ποτέ δεν λυγίζει. Μπορεί καμιά φορά να υπαναχωρεί, αλλά ορμητικά οδεύει ξανά προς τα μπρος, προσπαθώντας να φέρει σε πέρας την αποστολή και τον προορισμό του. Γίνεται άξιος μαχητής του Φωτεινού σκοπού του, ικανός και κατάλληλος για το Θείο Εναγκαλισμό του με τον Χριστό. Απαρνείται τον άνθρωπο, για να μπορέσει να μεγαλώσει τον Χριστό. Όλες του οι πράξεις, οι σκέψεις, η ζωή του, συντείνουν και εξυπηρετούν το μεγάλωμα του Χριστού. Τότε ο άνθρωπος αρχίζει να ζει πραγματικά τη Ζωή του Χριστού. Στην αρχή σε ορισμένες εκδηλώσεις του, και μετά γενικότερα σε όλες του τις κινήσεις. Δεν προσπαθεί να μιμηθεί τον Χριστό. Είναι ενωμένος μαζί Του. Αναπνέει από την ανάσα Του, μιλά από τον Λόγο Του, αγαπά από την Αγάπη Του και κατανοεί από την Κατανόησή Του. Αδυνατεί να είναι άνθρωπος, μα ούτε και το θέλει. Δεν υπάρχει σαν μονάδα, αλλά υπάγεται στην Ενότητα του Θεού, στη Μονάδα που περιλαμβάνει τα πάντα. Διώχνει από την υπόστασή του και τα τελευταία στοιχεία του πρώτου Αδάμ και ενώνεται με τον Έσχατο, γίνεται ο Έσχατος. Είναι Ένα με τον Χριστό και θα γίνει Ένα με τον Πατέρα. Γιατί ο Χριστός και ο Πατέρας είναι Ένα. «Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν». (Ιωάν. Ι΄, 30)
