Α. Σούλη
Είμαι ο άνθρωπος, ανέκραξες στην ύπαρξή σου, στην ψυχή σου, στον εαυτό σου, φιλώντας κι αγκαλιάζοντας τον με την ευχαριστία εκείνη, που απέρρεε από τα βάθη του εαυτού σου.
Μια σιωπηλή κίνηση αναμόχλευσε το είναι σου, αφύπνισε και ανέδυσε την αγάπη σου προς αυτόν. Σε ώθησε να ενωθείς μαζί του, να τον νιώσεις, να τον γνωρίσεις, εκτυλίσσοντας έτσι μια πορεία ζωής μέσα στο πεπερασμένο μα και συνάμα άπειρο εαυτό σου.
Ήθελες η αγάπη σου να βυθιστεί μέσα σε κάθε εκδήλωση, μέσα σε κάθε παλμό, σε κάθε κίνηση ν’ ανάγει και να μετουσιώσει σε ενότητα κι αρμονία κάθε διαχωρισμένη έκφραση.
Ήθελες η αγάπη σου να γίνει φανερή κι αληθινή, αγαπώντας ό,τι μέχρι τώρα δεν αγάπησες, ό,τι μέχρι τώρα δεν θεώρησες αγνότητα, ό,τι μέχρι τώρα δεν τίμησες με τον ανάλογο τρόπο, ό,τι μέχρι τώρα δεν αποδέχθηκες σαν εκδήλωση δική σου.
Ήθελες να αγαπήσεις βαθιά, γιατί πλέον δεν σου αρκούσε να λες σ’ αγαπώ και να εκφράζεις παθητικά μια κίνηση του είναι σου, αδιαφορώντας για τον κόσμο που μέσα σου έφερες.
Ήθελες ν’ αγαπήσεις το τμήμα εκείνο του εαυτού σου, που αποσπάστηκε από το άπειρο Είναι μορφοποιώντας τη διάσπαση αυτή σε θετικό κι αρνητικό, λαμβάνοντας συνάμα και τ’ αποτελέσματα της κίνησης αυτής.
Αποτελέσματα που σε πλήγωσαν και σε υποδούλωσαν, απομακρύνοντάς σε από την πηγή της ύπαρξής σου. Το πέπλο της λήθης σε κάλυψε και σ’ έκανε να σιωπήσεις. Όλος αυτός ο πόνος που βίωνες κατά το πέρασμά σου στα μονοπάτια των επιλογών δεν ήταν άλλος παρά η διαιώνιση του αρχικού πόνου, που η διαχωριστική κίνησή σου σ’ έθεσε να παλεύεις με τον ίδιο σου τον εαυτό.
Ένας σιωπηλός πόλεμος, που τ’ αποτελέσματα του είχαν αντίκτυπο στο περιβάλλον στο οποίο κινιόσουν, επισύροντας καταστάσεις δυσαρμονίας και αταξίας, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό της υπόστασης του εαυτού σου. Οι συνεχείς μεταβάσεις μέσα στις αντιθέσεις που σε περιέβαλλαν, σ’ οδηγούσαν σ’ αδιέξοδα μη μπορώντας να βρεις ισορροπία και αρμονία στη ζωή σου.
Τα μονοπάτια που χάραξες σ’ οδήγησαν σε μια εξαντλητική πορεία, εξασθενίζοντάς σε. Έχανες σιγά-σιγά το Φως που σε κάλυπτε και τα σημάδια του χρόνου άφηναν τις γραμμές τους πάνω σου. Ρακένδυτος, φοβισμένος, έχανες κάθε ελπίδα. Το νήμα της ζωής σου άρχισε να φθείρεται και ο χρόνος κυλούσε και σε παρέσερνε στο διάβα του.
Ο δρόμος που ακολουθούσες, γεμάτος από τα παρακλάδια της γνώσης. Καθένα απ’ αυτά και μία ονομασία. Κάθε ονομασία και μία ιδεολογία. Κάθε ιδεολογία και μία επανάσταση. Μία επανάσταση που το τέλος της δεν οδηγούσε στην αρχή μιας νέας ζωής ελεύθερης κι αληθινής. Ο αγώνας για επιβίωση ξανάρχιζε με δυνατότερες αντιστάσεις.
Ο πόνος και η αγωνία της ψυχής σου καθρεφτίζονταν στον κόσμο που ζούσες. Μια μουντάδα συννεφιασμένης έκφρασης κάλυπτε τη ζωή σου και δάκρυα κύλησαν από τα πονεμένα μάτια σου. Τα δάκρυα κύλησαν και χάραξαν ένα καινούριο μονοπάτι, οδηγώντας την ψυχή σου σε μια Ουράνια σφαίρα Αρμονίας και Γαλήνης, άπειρης ομορφιάς, που χρώματα ξεπρόβαλλαν από τα απειρόβαθα ύψη της και ήχοι μελωδικοί ως αρμονίες συμπαρέσυραν σε απειροδιάστατους κυματισμούς κάθε κίνηση και παλμό, δημιουργώντας ποικιλόμορφους συνδυασμούς σχημάτων.
Από κάθε σημείο εκπορευόταν η Ζωή και ο παλμός της μια δημιουργική λάμψη ασύλληπτης ενεργειακής δύναμης, που προσφερόταν ως θυσία για τη γέννησή της.
Μια ανακύκλωση αγάπης και προσφοράς έρρεε ασταμάτητα δίχως τέλος, πλημμυρίζοντας με το άρωμα των ανθέων τη ζωή σε όλες τις φάσεις της εξέλιξής της.
Μέσα στην απειρόκαλη τούτη ομορφιά, που άλλη στον κόσμο δεν γνώρισες, αισθάνθηκες ντροπή για τη ρακένδυτη παρουσία σου, μα και συνάμα τόσο γαλήνια και ευτυχισμένα, γι’ αυτό που βίωνες και διαδραματιζόταν μπροστά σου.
Η μεγαλοπρεπής Παρουσία Εκείνου, που είχες αφήσει τη μορφή Του να χαθεί και να ξεχαστεί μέσα στην περιπλάνησή σου, σε πήρε στα στιβαρά Του χέρια και σ’ αγκάλιασε. Στην αγκαλιά Του δέχθηκες το φύσημα της Αγάπης Του να σε χαϊδεύει με απαλότητα, πνέοντας ως Ζωογόνος δύναμη, εμφανίζοντάς σου μια άλλη διάσταση της Αγάπης, που ως τότε σου ήταν άγνωστη.
Μέσα από την επουράνια εμφάνιση Εκείνου τα πάντα γύρω σου λούστηκαν στο πάλλευκο Φως κι ο κόσμος που πριν αντίκριζες με θλίψη και πόνο, φαίνονταν νάχει αλλάξει, να ‘χει μεταμορφωθεί μέσα σε λίγα λεπτά.
Έκπληκτος αντίκριζες την αναγέννηση του κόσμου, παλμοδονούμενου μέσα στο Φως και την Αγάπη, στην Αρμονία και την Τελειότητα.
Στα πάντα έρρεε η ζωή και οι παλμοί της στάλαξαν την Αγάπη απ’ άκρη σ’ άκρη. Η χαρά αναδυόταν απ’ όλο το είναι σου ως ζωντανός παλμός. Ένιωθες το Φως να κυλά, να ρέει μέσα στις φλέβες σου και αισθάνθηκες ότι για πρώτη φορά ζούσες, ανάσαινες, και μέσα σ’ αυτήν την ανάσα ένας κόσμος πλημμυρισμένος από Αγάπη γεννιόταν. Ένιωσες μέσα σου ότι αγαπούσες ξανά και ήθελες να προσφέρεις αυτήν την Αγάπη, όπως τη λάμβανες εκείνη τη στιγμή. Μια στιγμή που χαράχθηκε με πύρινα στοιχεία σε κάθε κύτταρο και πόρο σου. Μια στιγμή που ανεξίτηλα τροφοδοτούσε την ξεχασμένη σου συνείδηση, με ενεργειακούς σπινθήρες Ζωής και Αγάπης, εντέλλοντάς σε κάθε στιγμή να αφουγκράζεσαι την εσωτερική δόνηση της ψυχής σου και να την αποστέλλεις ως Μελωδία Αγάπης κι ευχαριστίας προς Εκείνον που σου έδωσε την πνοή Του για να γεννηθείς.
Η ζωή σου από εκείνη τη στιγμή χάραξε ένα καινούριο δρόμο. Η απόσταση όμως που είχες να καλύψεις για να φθάσεις στο τέρμα αυτού του δρόμου αντικρίζοντας τις Πύλες του Φωτός που θα σε οδηγούσαν σ’ Εκείνον που η ψυχή σου αναζητούσε να βρει και να πληρωθεί από την Αγάπη Του, ήταν τρομακτικά μεγάλη. Το καταλάβαινες μέρα με την ημέρα σε κάθε σου βήμα. Προχωρούσες, προχωρούσες μα τα εμπόδια και οι δυσκολίες που συναντούσες, δυσκόλευαν τα βήματά σου. Η κούραση σ’ έκανε να λυγίζεις και κάθε τόσο να σταματάς, αργοπορώ- ντας το ταξίδι της επιστροφής.
Η ψυχή σου εξαντλημένη ήδη από την περιπλάνησή της άρχισε να θλίβεται και πάλι. Η μοναδική της νοσταλγία, η Παρουσία Εκείνου που της πρόσφερε την Αγάπη και την οδήγησε σε κόσμους πλασμένους από το Άκτιστο Φως.
Αυτή η στιγμή της ζωής σου που είχες ζήσει τόσο έντονα, άρχιζε να γίνεται ανάμνηση ενός άπιαστου ονείρου που όσο ζωντανό κι αν έμενε στη συνείδησή σου, σε παρέσερνε συνάμα σε μια ονειρική κατάσταση, αδρανοποιώντας κάθε εσωτερική λειτουργία και εκδήλωση. Έτσι οι αρετές που μέσα σου υπήρχαν, παρέμεναν σκεπασμένες και ανεκδήλωτες από φόβο και έλλειψη εμπιστοσύνης προς αυτούς που σε περιέβαλλαν.
Η πορεία σου στον κόσμο της φθοράς συνεχιζόταν κι ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που της πρόσφερες, σ’ έντυνε με το μανδύα της, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω σου, που σ’ απομόνωνε από τον εαυτό σου, υποδουλώνοντάς τον σ’ επιθυμίες, που η μία γεννούσε την άλλη, σε πάθη και παρανοήσεις.
Βυθιζόσουν στη λύπη βλέποντας τον εαυτό σου να χάνεται τόσο, μα τόσο άδοξα. Η αδυναμία σου ν’ αντιδράσεις στο πεπρωμένο που είχες χαράξει, σε παρέσερνε στον πόνο και τη θλίψη που χαράκωναν την ψυχή σου με τα εντυπώματά τους. Η αγωνία σου για σωτηρία, γινόταν λαχτάρα στην ψυχή σου. Το είναι σου ολόκληρο, οι παλμοί σου ανέκραζαν βοήθεια, αποστέλλοντας κραυγές πόνου προς Εκείνον που η ύπαρξή σου ανέμενε την ημέρα που θα ερχόταν να σε πάρει κοντά Του και να σε διδάξει τη σοφία του Πνεύματός Του.
Βυθισμένος σ’ αυτή τη στιγμή είδες τον εαυτό σου διασκορπισμένο σε αμέτρητες μορφές και ο πόνος ο δικός σου ενώθηκε κι έγινε ένας με το δικό τους πόνο και υψώθηκε σαν ικεσία του ανθρώπου, ανακράζοντας συγγνώμη προς τον άνθρωπο, συγγνώμη προς τον Δημιουργό Πατέρα.
Υποκλίθηκες μπροστά στο Μεγαλείο και τη Δόξα Του και Του παρέδωσες τον εαυτό σου, αναγνωρίζοντας την Υιότητά Του.
Ενδεδυμένος με τον Άρραφο Χιτώνα της Αγάπης παρέλαβες το Σκήπτρο της Χάρης και της Εξουσίας από Εκείνον.
Το Έλεος Αυτού σ’ έλουσε, το Φως Του λάμπρυνε τα ενδύματά σου, η Αγάπη Του μύρωσε την παρουσία σου, ο Λόγος Του σ’ έχρισε Διδάσκαλο Εαυτό Λόγο Ιωάννη.
Το Πνεύμα της Αλήθειας μορφοποιήθηκε στη μορφή Σου κι αγκάλιασε τους λόγους Σου δίδοντάς τους ζώσα πνοή, καθιστώντας αυτούς εικόνες παλμοδονούμενες στην απειρότητα της Ανάρχου Θεότητας.
Μέσα από την ένωση Ανθρώπου και Θεού διαχύθηκε η εκρηκτική δύναμη της Αγάπης του Λόγου προσφέροντας ως Θυσία την ίδια Του την Ύπαρξη.
Διαχύθηκε το Πνεύμα της Αλήθειας για να φωτίσει το σκοτάδι της άγνοιας και της πλάνης, για να διασαλπίσει τον Νόμο της Αγάπης και να εγκαθιδρύσει αυτήν στους κόσμους της Δημιουργίας, ανασταίνοντάς Την σε ζωή αιώνια.
Εσύ ο Ιωάννης, η ολότητα της ύπαρξης, ανέλαβες να σηκώσεις το σταυρό του ανθρώπου κι ως ένας Εαυτός ενανθρωπιζόμενος την Παρουσία του Θεού, κατέστησες τον άνθρωπο Υιό του Θεού και ως Υιός Αυτού, κατέστησες τον Εαυτό Υπόσταση Μία, αναλλοίωτη κι άφθαρτη, άχρονη κι άναρχη, αεί υπάρχουσα.
