Δάσκαλος Χρ. Μποζατζίδη
Θεέ μου Απέραντε, Πατέρα μου, η ψυχή μου καλεί την Παρουσία Σου, ώστε κάτω από το Φως της Αλήθειας να αποκαλυφθεί κατά το Θέλημά Σου η όλη κίνηση και λειτουργία της υπόστασής μου την εποχή που ζούσε ο Ιησούς.
Ευλογώ με την άδειά Σου την υπόστασή μου και έλκω τις Θείες ποιότητες της Αγάπης να πλημμυρίσουν το είναι μου, να αισθανθώ και να βιώσω την ομορφιά της Γαλήνης, τη δύναμη της ισορροπίας, την απλότητα και την καθαρότητα των Βουλών Σου.
Έλαβα οδηγία από Εσέ Διδάσκαλε, να καταγράψω το ρόλο που είχα την περίοδο της Παρουσίας του Ιησού. Αναγγέλλω, λοιπόν, ενώνοντας τη φωνή μου με τη φωνή της Άπειρης Αγάπης Σου που φωτίζει και ελευθερώνει τις ανθρώπινες ψυχές και ως ένα μαζί Σου αναγγέλλω στον εαυτό μου, ότι ήλθε η ώρα να μάθω και να βιώσω, να συγχωρήσω και να κατανοήσω, να εμβαθύνω στο Μυστήριο της Ύπαρξης του ανθρώπου, ώστε καταδεικνύοντας την έμπρακτη ομοφωνία μου με τη Βουλή Σου να αφεθώ με εμπιστοσύνη να με οδηγήσεις Συ, ο αποκαλύπτων την Αλήθεια, ως η Ίδια η Αλήθεια και ως ελευθερωτής του ανθρώπου να γευτώ μαζί Σου την ελευθερία της ψυχής μου.
Αναγνωρίζω το Έλεος Σου στην οδηγία αυτή, αναγνωρίζω την Αγάπη Σου και το Μεγαλείο Σου, αναγνωρίζω Σε Ιωάννη της Δευτέρας Παρουσίας που οδηγείς τον άνθρωπο στη Θέωσή του.
Πόσο σ’ αγαπά η ψυχή μου, πόσο σε περίμενε. Ακόμη από τα πρώτα βήματα της γήινης τούτης ζωής σ’ ένιωθα να με οδηγείς και να μου λες: “Γεννήθηκα στην Ελλάδα. Γεννήθηκα Έλληνας. Βρίσκομαι στη χώρα που ζεις. Θα με συναντήσεις”.
Σε εφηβική ηλικία ήδη φώναζα στους φίλους και στις φίλες μου: Είναι στην Ελλάδα. Θα συναντήσουμε Εκείνον. Θα μιλά τη γλώσσα μας. Ας μάθουμε άριστα την ελληνική γλώσσα, ας μάθουμε τον πλούτο της, ας μελετήσουμε. Ας μην καταναλώσουμε το χρόνο μας μαθαίνοντας άλλες γλώσσες, γιατί πράγματι θάναι τόσος ο πόθος του ανθρώπου να γνωρίσει Εκείνον και τη Διδασκαλία Του, που όλοι οι λαοί θα μαθητεύουν ταχύτατα στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Αγαπήστε την Ελλάδα. Αν αγαπάτε τη χώρα αυτή, είναι ως να αγαπάτε Εκείνον”.
Ιωάννη, άγγιζες την ψυχή μου και την προετοίμαζες για να μπορέσω να σε γνωρίσω, να τιμηθώ να σε δω, να τιμηθώ να μαθητεύσω.
Πήγαινα στις εκκλησιές. Μου άρεσε όταν δεν ήταν κανείς να παρατηρώ με δέος τις μορφές που απεικονίζονταν και εξιστορούσαν με τον τρόπο τους την περίοδο της Παρουσίας του Ιησού. Ταυτιζόμουν με πρόσωπα και καταστάσεις για να νιώσω την Παρουσία Σου μέσα απ’ όσα πρόσωπα σε συνάντησαν.
Πατέρα, βοήθησέ με να έχω ισορροπία. Παρακαλώ, ενίσχυσέ με για να ελευθερωθώ από τους φόβους του παρελθόντος. Κατεύθυνέ με Πατέρα, με την Άπειρη Χάρη Σου, το Έλεος Σου να γράψω ό,τι ορίζεις.
Δύσκολοι οι καιροί. Παντού αναστάτωση. Διάχυτος ο φόβος μες τους ανθρώπους. Ήταν ο φόβος από τους Ρωμαίους; Όχι. Γιατί τόση αναστάτωση μέσα σε όλους που ήδη άρχιζαν να βηματίζουν πιο γρήγορα για να προλάβουν το καθετί που είχαν να κάνουν; Σκληρότητα, φτώχεια. Η φωνή του αντηχούσε παντού. Μα πόση λεβεντιά και τι μεγαλειώδης πίστη υπήρχε στα λόγια του. Μιλούσε κι ήταν τόση η φλόγα μέσα του που δεν μπορούσε πλέον να σιωπά για ό,τι έβλεπε γύρω του.
Έλειπε καιρό. Όλοι πίστευαν ότι χάθηκε. Κανείς δεν είχε ακούσει νέα για κείνον. Όμως η προσμονή και η Αγάπη που άνθιζε μέσ’ την καρδιά μου μ’ έκανε να πιστεύω ότι θα γυρίσει. Όχι, δεν μπορεί να χάθηκε, δεν μπορεί να πέθανε. Οι κίνδυνοι ήταν πολλοί και η αγριότητα του ανθρώπου μεγάλη. Μα κάθε φορά που η πίστη με εγκατέλειπε και η ανθρώπινη αμφιβολία εισερχόταν μέσα μου σαν δηλητήριο, άκουγα τη φωνή της Ελισάβετ: “Ζει, μη φοβάσαι. Ο Ιωάννης ζει και θα ξανάρθει όταν είναι η ώρα”. Μα πόση Αγάπη πλημμύριζε την καρδιά μου όταν την άκουγα. Πόσο Φως ένιωθα να με πλημμυρίζει, καθώς όλα χρύσιζαν με τρόπους ασύλληπτους που δεν ήταν ορατοί για κανόναν άλλον, όσος κόσμος και αν υπήρχε γύρω μου.
Θεέ μου, έχε τον καλά. Είναι η ευχή της, μα έγινε και δική μου καθώς η Αγάπη της φώλιασε μέσ’ την ψυχή μου, το ίδιο και η φωνή της. Δεν κατάλαβα πώς έφυγε. Δεν το ανακοίνωσε σε κανόναν. Μα όσο κι αν έψαξα, όπου κι αν ρώτησα κανείς δεν τον είχε δει. Δεν είναι δυνατόν να χάθηκε. Όχι, δεν είναι δυνατόν. Κι όταν κάποια στιγμή ο πόνος και η αγωνία του βίαιου αυτού χωρισμού άγγιζαν την ψυχή μου, φώναζα δυνατά: “Πού είναι Θεέ μου;” Η φωνή της ερχόταν σαν μελωδία, σαν ύμνος, σαν να ακουγόταν από παντού: “Είναι καλά, μην ανησυχείς. Για όσο καιρό ορίζει ο Θεός θα είναι μακριά από τους ανθρώπους. Εκεί θα προετοιμαζόταν για ό,τι είχε να κάνει. Θα ξαναρθεί. Έχει Έργο να κάνει”.
Τούτες τις κρύες νύχτες, Θεέ μου, ας μην κρυώνει. Ας βρει κάποιο κατάλυμα όπου κι αν είναι. Όπου κι αν είναι, αρκεί να είναι καλά. Ξαφνικά τα πάντα θόλωναν. Ο αέρας αποκτούσε τόση δύναμη που νόμιζες σε μια στιγμή ότι θα μετακινούσε τα πάντα. Όλοι τρόμαζαν και λούφαζαν μέχρι να τελειώσουν αυτές οι ατέλειωτες, όπως φαίνονταν, μετακινήσεις της ερήμου.
Η προσευχή προς τον Έναν και Μοναδικό Θεό ήταν το μόνο μου όπλο, το μόνο μου στήριγμα για νάχω ελπίδα να ζω.
Δεν θυμάμαι πόσος καιρός πέρασε μέχρι να γυρίσει, μα για τη δική μου ψυχή φάνηκαν αιώνες ατέλειωτοι, μέχρι ν’ ακούσω το μαντάτο απ’ τους ανθρώπους που τον γνώριζαν:
“Γύρισε ο γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, γύρισε δεν χάθηκε”.
Στο πρόσωπό του διαγράφονταν έντονα τα σημάδια της δοκιμασίας του Θεού και της φύσης. Ένας καθρέφτης είχε γίνει το πρόσωπό του, έτοιμο να απεικονίσει σε όλους τη δική τους κατάσταση. Τα πόδια του δυνάμωσαν και πλήγιασαν. Τίποτε δεν θύμιζε τον Ιωάννη που γνώριζα. Το παρουσιαστικό του είχε γίνει ένα με την ερημιά στην οποία έζησε. Απουσία συναισθημάτων έδειχναν τα μάτια του. Ήταν έτοιμος να κηρύξει και να παρουσιάσει σε όλους όσα εκ γενετής υπήρχαν καταγραμμένα στο είναι του, όχι ως χρέος του προς τον άνθρωπο αλλά ως εκδήλωση σεισμού που συνετάραζε το καθετί που ήθελε να αποσυρθεί από την Επιστασία και την Αγάπη του Πατέρα – Θεού.
Μνήμες, μνήμες έρχονταν από παντού να συνταράξουν την ψυχή μου, κι εκεί όπως ήμουν μέσ’ τον κόσμο μπορούσα να ξεφεύγω απ’ όλα αυτά με μια ταχύτητα που ποτέ δεν πίστευα πως ήταν δική μου, αλλά ως Θείο Δώρο υπήρχε μέσα μου.
Θυμάμαι τη στιγμή της γέννησής του. Ήμουν μικρό παιδί κι όμως κατάφερα κυριολεκτικά να τρυπώσω για να δω. Να δω τη γέννησή του, να ζήσω κι εγώ μαζί μ’ εκείνην την απέραντη χαρά της. Εικόνες που έμειναν ανεξίτηλες μέσα μου έρχονται και τώρα να μου ξαναδώσουν αυτή την αστείρευτη χαρά που πρόσφερε η γέννησή του, η γέννηση του Ιωάννη. Θυμάμαι το πρόσωπό της όταν ήρθε η ώρα. Έλαμπε, ακτινοβολούσε. Το χαμόγελο και η ευχαριστία της προς τον Θεό αναδυόταν από την κάβε της κίνηση που έδειχνε μια πρωτόγνωρη ποιότητα Αγάπης Μάνας, που ξεπερνά και υπερβαίνει το λογικό κατά τους ανθρώπους και εντάσσει τον εαυτό της ολόκληρο στην υπηρεσία του Θεού.
Μυριάδες Άγγελοι και ύμνοι ασύλληπτοι ακούγονταν από παντού. Σαν ν’ άνοιγε το μικρό τούτο και φτωχικό δωμάτιο και να γινόταν ένα με τον Ουρανό, ένα με τη Γη, ένα με τα πάντα.
Θεέ μου, ποιος γεννιόταν κείνη τη στιγμή κι όλο το μεγαλείο κι όλη η ομορφιά και η μεγαλοπρέπεια των Αγγέλων προσήλθαν για να υποδεχθούν και να αναγγείλουν στη δημιουργία τη γέννησή του;
Όλα τα λουλούδια της γης αν μάζευα, όλες τις ευωδίες αν ένωνα, δεν θα είχαν αυτή τη μυρωδιά που υπήρχε διάχυτη σε κείνην αλλά και σ’ ολόκληρο το μικρό τούτο χώρο. Ποιος Γιος γεννήθηκε και τον ανέμενε τόση Χάρη; Ποιο πλάσμα Θεϊκό, όμορφο και δυνατό από την πρώτη κιόλας στιγμή γέννησε Εκείνη; Δεν ήξερα. Μόνο ένιωθα. Ένιωθα για πρώτη φορά το Μεγαλείο του Θεού στην Εκδήλωσή Του.
Δεν μίλησα σε κανέναν γΓ αυτά, μόνο τα κράτησα ως ιερή ανάμνηση μες την ψυχή μου, ως Δώρο Θεού, να βρίσκομαι τούτες τις στιγμές εκεί, κοντά της και κοντά του.
Έκτοτε έγινε αυτό το σπίτι μου. Έγινε μάνα μου και μένα. Έτρεχα σαν αστραπή για το καθετί που χρειαζόταν, παρόλο που εκείνη δεν ήταν γυναίκα για να την υπηρετούν. Περήφανη και δυνατή, δεν ήθελε χάρες από κανέναν. Της έφτανε η Χάρις του Θεού κι αυτήν μοίραζε. Λεβέντισσα η μάνα τούτη, ψηλή και δυνατή σαν το ψηλότερο βουνό.
Νομίζετε άνθρωποι ότι όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι τη γέννηση του Ιωάννη έμεινε στη θλίψη της υποτιθέμενης στειρότητας;
Βοήθα με Θεέ μου, βοήθα με όσο κι αν με διαπερνά η συγκίνηση και η ταραχή να μεταφέρω αυτά που γνωρίζω.
Δεν υπήρχε παιδί, δεν υπήρχε οικογένεια σ’ όλο τον περιβάλλοντα χώρο της αλλά πολλές φορές και πέραν αυτού, που να μη γνώρισαν τις φροντίδες της. Νοιαζόταν για όλους, μα πιο πολύ για τα παιδιά. Μέσα στην αγκαλιά της την απλόχερη τρέχαν όλα μαζί ν’ ακούσουν κι εκείνα το χτύπο της καρδιάς της, να νιώσουν την αγάπη της, γιατί πάντα τα υπεράσπιζε και τα βοηθούσε με τρόπους αφανείς που αν ήταν δυνατόν ούτε ο ίδιος ο Θεός δεν ήθελε να γνωρίζει. Ήταν ένα με τη λειτουργία της, ένα με την ψυχή της η Αγάπη της για τον άνθρωπο. Κι αν μερικές φορές αναρωτιόταν, γιατί άραγε η ίδια δεν γέννησε από τα σπλάχνα της παιδί, η απάντηση ερχόταν από τα ίδια της τα χείλη: Εκείνος γνωρίζει. Μα υπάρχουν τόσα παιδιά που έχω να φροντίσω, τι κι αν δεν γεννήθηκαν από εμέ την ίδια, τα γέννησε ο Θεός, τα έστειλε Εκείνος κι έτσι είναι και δικά μου”.
Τίμια και ειλικρινής σε όλα της. Πολλά βράδυα μου μιλούσαν για κείνην. Πήγαινα και κρυβόμουν σε μέρη που ανθρώπινο μάτι δεν τα έβλεπε, για ν’ ακούσω τη φωνή σου Θεέ μου που με γέννησε. Έπαιρνα κουράγιο ξανά. Την κοιτούσα μέσ’ τα μάτια για να καταλάβω τι ήθελε και πριν ακόμα μου το πει, έτρεχα να το κάνω πράξη. Μα πόση Αγάπη, ένιωθα για κείνην. Δεν είχα αισθανθεί μέχρι τότε για κανέναν άλλον τόση Αγάπη, τόση ζεστασιά, τόση προστασία. Η Αγάπη μου για τον Θεό ερχόταν μέσα από τον άνθρωπο. Μάνα για όλους γινόταν, χωρίς να μετρά, χωρίς να υπολογίζει, χωρίς να θέλει να καταχωρείται πουθενά ότι αυτό ήταν προσφορά.
Τι μεγαλείο Θεέ μου!
Την ξεχωρίζω. Είναι αμαρτία αυτό; Την ξεχωρίζω μέσα μου αλλά την ξεχωρίζω και μέσα στο πλήθος των ανθρώπων που έχαναν το νόημα της ζωής κι έπεφταν σε αγριότητες και αντιδικίες. Εμένα ο κόσμος μου είχε γίνει αυτή η γειτονιά, αυτό το φτωχικό και ταπεινό σπιτικό που το μόνο που το ξεχώριζε απ’ όλα τ’ άλλα ήταν η ευωδία της Αγάπης.
Μια μέρα με φώναξε κοντά της. Ήταν ξαπλωμένη κι η φωνή της ακουγόταν σιγανή και αδύναμη. Όμως όλα ακτινοβολούσαν, όλα έλαμπαν και χρύσιζαν όπως τότε στη γέννηση του γιου της. Μου είπε ότι θα φύγει. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ μέχρι σήμερα ότι θαρχόταν τούτη η στιγμή. Έκανα να φύγω, να εξαφανιστώ, μα το Άγιο τούτο χέρι της με κράτησε κοντά της. Λυγμοί αναδύθηκαν απ’ την ψυχή μου. Όχι Θεέ μου, Σε παρακαλώ, όχι. Ας φύγω εγώ που δεν κάνω τίποτε, δεν πρόσφερα τίποτε, όχι εκείνη. Της φιλούσα τα χέρια κι έκλαιγα και αναρωτιόμουν, αν μέχρι εκείνη τη στιγμή της είχα πει πόσο την αγαπούσα.
Μάνα μου, όχι ακόμα, σε παρακαλώ. Δεν μπορώ, πονούσα, πονούσα πολύ. Καθώς οι στιγμές πλησίαζαν κι εκείνη όμορφη και φωτεινή όσο ποτέ, μου μετέφερε χωρίς λόγια μέρος του εαυτού της, καθώς η ψυχή και το πνεύμα της εγκατέλειπαν τούτο το σκήνωμα.
“Σ’ αγαπώ”, ψέλισα και λυγμοί συνεπήραν το είναι μου, καθώς η ανάσα της λιγόστευε, μέχρι που χάθηκε μες τη σιωπή της μοναξιάς μου. Ω, πόσο πονούσα, πόσο μόνη αισθάνθηκα ξαφνικά, πόσος φόβος για τα μελλούμενα. Θα την ξανάβλεπα άραγε;
Η απουσία της συγκλόνισε την ύπαρξή μου. Σαν ξαφνικά να χάθηκε το νόημα της ζωής μου. Για καιρό αντιδρούσα στο να δεχθώ να ζήσω ξανά, να αντλήσω κουράγιο, να δω ξανά τους ανθρώπους.
Οι ωθήσεις ήρθαν και πάλι από Εκείνην. Μ’ έναν άλλο τρόπο, τόσο μυστικό και αθέατο και τόσο ασύλληπτο που μόνο το Μάτι του Θεού μπορούσε να διακρίνει. Αισθανόμουν μέσα μου πια την κίνησή της. Ακόμα και στο ίδιο μου το σώμα, να το κινεί με τόση σβελτάδα και προθυμία, ώστε σιγά-σιγά να φεύγουν τα πέπλα της θλίψης, του πόνου και της μοναξιάς που είχα θέσει. Δεν ήξερα πώς να μιλήσω γι’ αυτό και για χρόνια δεν το μοιράστηκα με κανέναν. Το μόνο που γνώριζα ήταν ότι Εκείνη συνέχιζε να ζει και να επιβλέπει, να φροντίζει και να περιθάλπει τις πονεμένες ψυχές των ανθρώπων.
Μ’ έμαθε να προσεύχομαι και να φυλάγομαι από τις κακοτοπιές των καιρών κι όσο πιο απλά βγαίναν τα λόγια, όσο πιο απέριττα γίνονταν, τόσο περισσότερο αισθανόμουν την Αγάπη της και την παρουσία της.
Ο Ιωάννης ήταν ξανά εδώ. Μετά από χρόνια απουσίας και έντονης ερημιάς, που μόνο τώρα που τον ξανάβλεπα μπορούσα να καταλάβω πόσο είχε πονέσει κι εκείνος όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ήθελε φροντίδες και περιποιήσεις ιδιαίτερες από κανέναν. Σκληρός σαν το ατσάλι.
Οι άνθρωποι τον κοιτούσαν με απορία καθώς η φωνή του τους τάραζε και τους ξυπνούσε από το λήθαργο και την αδιαφορία. Ήταν το αναμενόμενο άγγελμα που η εποχή όριζε να ακουστεί από τα χείλη Εκείνου, που κανείς, μονάχα ο Θεός γνώριζε πόσο είχε προετοιμαστεί.
Τα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα σ’ όλη τη γύρω περιοχή, καθώς κόσμος προσερχόταν για να τον ακούσει, ξεδιψώντας έτσι από τις πιέσεις και τα δεινά που όλοι ένιωθαν.
Ιωάννη Αγαπημένε μου, η πίστη και η προσμονή με βοήθησαν όλα αυτά τα χρόνια να περιμένω, όμως τώρα που γύρισες δεν έβρισκα τρόπο για να εκφράσω τη χαρά μου, δεν έβρισκα τρόπο για να εξομολογηθώ σε σένα όλα αυτά που είχαν συμβεί.
Δέχθηκα το Βάπτισμα στο Όνομα Εκείνου που την Οδό Του άνοιγες. Δεν υπήρχε κατάλυμα για κείνον πια, δεν υπήρχαν φροντίδες, δεν υπήρχαν γονείς, δεν υπήρχε τίποτε. Μόνο ο αγώνας του, ο αγώνας για να αλλάξει ο άνθρωπος, να φανεί η αμαρτία, να εκτεθούν τα αίτια και να φανερωθεί η Μετάνοια ως ο Ύψιστος Καθαρμός της ψυχής και του πνεύματος για να οδηγήσει τον άνθρωπο στην Αλήθεια.
Φοβόμουν, φοβόμουν πολύ. Ποιος τον αγαπούσε άραγε μέσα σε τόσο πλήθος που τον πλησίαζε, ποιος θαβαζε το στήθος του μπροστά για να τον προστατεύει;
Η Αγάπη της, Ιωάννη, που ημέρα καθ’ ημέραν γίνεται και δική μου αγάπη, ας σε προστατεύει.
Ποιος θά ‘χε την τόλμη κείνους τους καιρούς που η αγριότητα του ανθρώπου ήταν έκδηλη, να μιλήσει για Θεό, να μιλήσει για Μετάνοια, για τον Ερχόμενο, ανοίγοντας τα μάτια μα και την καρδιά όλων όσων τον πλησίαζαν για να δεχθούν το Θείο Βάπτισμα, αν δεν τον στήριζε ο Θεός;
Ο Ιωάννης ωρίμαζε κάθε μέρα και περισσότερο. Τα λόγια του ήταν σαν καταπέλτης και η βροντώδης φωνή του ήδη είχε ανησυχήσει τους προύχοντες της εποχής.
Φόβος φώλιασε μες την ψυχή μου. Καθέναν που τον πλησίαζε τον κοιτούσα στα μάτια για να δω ποιος θάταν ο δήμιός του. Τι να έκανα Μάνα, πες μου; Η ησυχία και η γαλήνη χάθηκαν από μέσα μου. Τα όνειρά μου ταραγμένα και ανήσυχα μ’ οδηγούσαν πολλές φορές να φωνάζω για κάτι που δεν μπορούσα να δεχθώ.
Το ξημέρωμα κείνης της μέρας ήταν διαφορετικό από τ’ άλλα. Δεν υπήρχε αγωνία, δεν υπήρχε ταραχή. Μόνο Γαλήνη αισθανόμουν και ηρεμία. Κοιτούσα τον ουρανό και πήρα κουράγιο από τη λάμψη του, κοιτούσα τη γη κι ένιωθα το χτύπο της και την περιστροφή της ταχύτατη, κοιτούσα τους ανθρώπους και δεν φοβόμουν. Όχι, κείνη τη μέρα δεν είχα φόβο, μόνο χαρά, χαρά και αγαλλίαση. Ο Ιωάννης κείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Περίμενε τούτο το ξημέρωμα. Σαν κάτι θαυμαστό, μεγαλειώδες να πρόκειτο να συμβεί που ο Ιωάννης δεν είχε ανακοινώσει σε κανέναν.
Ο Ιησούς προσήλθε πλησίον του, ήρεμα, απλά σαν μια φυσική λειτουργία και συνάντηση που ο Θεός είχε ορίσει. Πρώτη φορά έως τη μέρα κείνη είδα τον Ιωάννη να σκύβει και να προσκυνά, ως αναγνώριση της Παρουσίας του Ιησού. Πρέπει να τον αγαπούσε πολύ και να Τον περίμενε. Σε κανέναν άλλον ο Ιωάννης δεν θάσκυβε το κεφάλι Του παρά μόνο στο Θεό που έλαβε μορφή ως Ιησούς.
Ο κόσμος γονάτιζε κι έσκυβε το κεφάλι ευλαβικά, καθώς ο Ιωάννης βάπτιζε τον Ιησού ως Θεία επιταγή και πραγμάτωση του Θείου Θελήματος.
Κοίταξε ο ένας τον άλλον σαν ναταν τελευταία φορά που συναντιόνταν, σαν νάταν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλον και τόσο όμοιοι. Ο Ιωάννης παρέμεινε σκεπτικός καθώς η αποχώρηση του Ιησού συνοδευόταν από ερωτήσεις και απορίες του πλήθους για το ποιος ήταν. “Ακολουθήστε τον φώναξε, τούτος είναι ο Ερχόμενος, είναι ο Μεσίας”.
Ξαφνικά σαν να είχαν αρχίσει να ενοχλούνται έντονα από τις κραυγές ενός προφήτη που δεν δήλωνε κατά τις προτιμήσεις τους την ταυτότητά του. Σκληρός και αμείλικτος πολλές φορές και αδιάλλακτος με μερικούς που προσπαθούσαν να τον ανακρίνουν για να τον απορρίψουν αμέσως μετά για το ποιος ήταν και από πού είχε την άδεια να βαπτίζει, να συγχωρεί, να καθαρίζει.
Άρχισε να γίνεται προκλητικός φανερώνοντας τις ανομίες με τα ονόματά τους. Με συνοδεία φρουρών περνούσε πάντοτε ο Ηρώδης και η γυναίκα του. Προστατευόταν καλά απ’ το λαό γιατί τον φοβόταν. Τα σχόλια για την έκφυλη ζωή του είχαν γίνει γνωστά. Μα παρ’ όλη τη φρουρά, ο Ιωάννης χωρίς να δειλιάσει ούτε στιγμή για τη ζωή του, φώναξε με τόση ορμή που ουδείς περίμενε. Με τη φωνή του Μαχητή, που αγωνίζεται να ξεπλύνει τον κόσμο απ’ την αμαρτία, μίλησε στον Ηρώδη και στη γυναίκα του για τ’ αμαρτήματά τους. Τους κοιτούσε στα μάτια κι έτρεχε ξωπίσω τους μιλώντας τους για τη δύναμη του Θεού που δεν επέτρεπε τέτοιες παραβάσεις. Τόσο μίσος σ’ ανθρώπινα μάτια δεν είχα δει ποτέ. Τόση κακία που έβγαινε από τη μάσκα μιας καθωσπρέπει βασίλισσας δεν είχα αντικρύσει. Τα λόγια του ήρθαν σαν μαχαιριές πάνω της για τα αμαρτήματά της, την πονηριά και την τάση της για εξουσία, χωρίς να μετρά τον τρόπο με τον οποίο θα την αποκτούσε. Όταν κατάλαβε πόσο καλά τη γνώριζε έγινε έξαλλη, καθώς τα μεγαλεία και τα πλούτη της γίνονταν ένα τίποτε μπροστά στον Ιωάννη.
Κι όμως μέσα στα λόγια του Ιωάννη διέκρινα την Αγάπη του και το σεβασμό του στον άνθρωπο που εκπίπτει. Μα πείτε μου άνθρωποι, πείτε μου εσείς, αν δεν είχε αγάπη, αν δεν νοιαζόταν όσο κανείς τόσο πολύ, θα τα φανέρωνε όλα αυτά; Τι τον ωθούσε να διακινδυνεύει τη ζωή του για να πει με τόσο θάρρος ό,τι με επιτήδειους τρόπους προσπαθούσαν να καλύψουν; Ήταν η δύναμη ενός ανθρώπου που απλά πνιγόταν από την αδικία και την ανισότητα που έβλεπε, ή μήπως ο Ίδιος ο Θεός τον ωθούσε να ξεσκεπάσει καταστάσεις που σάπιζαν την ανθρώπινη ύπαρξη;
Ιωάννη, Ιωάννη Αγαπημένε μου, ένιωθα ότι μαζί με τη δική σου φωνή προσπαθούσαν να ενωθούν όλες οι φωνές των ανθρώπων που αδικήθηκαν, που πόνεσαν, που φυλακίστηκαν ενόψη μιας εξουσίας που αργά ή γρήγορα θα καταρριπτόταν από τα ήδη σάπια θεμέλιά της. Συ αντιπροσώπευες αυτή τη φωνή των ανθρώπων, που ασφυκτιούσε από τα φόβητρα καταπίεσης κι έτσι το μόνο που άλλαζε κάθε φορά ήταν τ’ όνομά τους αλλά οι ρίζες ήταν πάντα οι ίδιες.
Έστειλες τους στρατιώτες για να τον πάρουν, θέλοντας να τον κλείσεις κάπου που η φωνή του να μην ακουγόταν ξανά μέχρι να βρεις τρόπο να τον εξοντώσεις. Δεν βρήκες ησυχία από κείνη τη στιγμή, μηχανευόσουν και σχέδιαζες τρόπους που μόνο άνθρωπος χωρίς ψυχή μπορούσε να σκεφτεί. Σε ποιον έταξες την ψυχή σου και σε κατέστρεφε μέρα με τη μέρα; Ποιος σε βοήθησε να ικανοποιήσεις τα σκοτεινά σου όνειρα; Τίποτε δεν αναρωτιόσουν γι’ αυτό. Το μόνο που ήθελες ήταν να πάψει να υπάρχει εκείνος που σου φανέρωσε τον εαυτό σου όπως ήταν κι όχι όπως ήθελες να πιστεύεις. Συνέτριψε τις μάσκες για να φανεί το πρόσωπό σου και φρόντισες να φυλακίσεις βαθιά στα υπόγεια του εαυτού σου τη φωνή που σε ξεσκέπασε. Δεν είχες ψυχή Ηρωδιάδα, δεν είχες ψυχή. Ήρθες χωρίς ψυχή, γιατί μόνο έτσι θα μπορούσες να μισήσεις τόσο πολύ εκείνον, ώστε να τον δέσεις και να τον χτυπήσεις σαν το σκυλί που δεν αξίζει ούτε τροφή ούτε νερό.
Πόσο σε είχε ταράξει η φωνή του, που πλέον όσο κι αν έκλεινες Τ αυτιά σου και τα μάτια σου εκείνος τα διαπερνούσε όλα και φώναζε – φώναζε δυνατά, τόσο που δεν άντεχες. Του τα στέρησες όλα, αλλά τη φωνή του δεν είχες βρει τρόπο να τη σιγήσεις. Έχασες τον ύπνο σου και την ηρεμία σου, τα μεγαλεία και την υποτιθέμενη τιμή σου που κανείς δεν πίστευε ότι την είχες ποτέ.
Σαν το ανήμερο θεριό είχα γίνει πια. Τριγυρνούσα απ’ έξω και φώναζα σαν να ξεκολλούσαν τα σωθικά μου από τον πόνο. Όχι, αυτό ήταν μάταιο. Δεν έφερνε κανένα αποτέλεσμα. Έπρεπε να βρω τρόπο για βοήθεια. Ο Ιωάννης πρέπει να βγει απ’ τη φυλακή. Πρέπει νάναι γρήγορα ξανά κοντά μας. Έχει τόσα να μας πει. Όμως η θλίψη και ο φόβος δημιουργούσαν μια απάθεια για το μοιραίο, που δεν άφηνε περιθώρια αντίδρασης. Μπορεί νάταν όλοι τους πιο κοντά στο Θέλημα του Θεού μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά εγώ δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα να το δεχθώ. Ήταν αδύνατο. Θα ξεκινούσα μόνη μου να βρω τρόπο, δεν θα περίμενα από κανέναν.
Μάνα πες μου εσύ σε παρακαλώ. Πες μου Μάνα μου τι να κάνω; Οδήγα με. Γιατί δεν ακούω τη φωνή σου αυτές τις μέρες; Γιατί; Μήπως σε ξέχασα, μήπως μ’ εγκατέλειψες κι εσύ; Πες μου, ό,τι μου πεις θα .το κάνω. Μόνο μίλα μου.
Ο Ιησούς. Θα πάω σ’ Εκείνον. Ήταν ο μόνος που τον αγαπούσε. Έχει τη δύναμη να τον βοηθήσει. Κάνε κουράγιο Ιωάννη σε παρακαλώ, θαρθεί Εκείνος να σε ελευθερώσει. Εκείνος σ’ Αγαπά. Ήταν Εκείνος που περίμενες. Τον αναγνώρισες μέσα στο πλήθος των ανθρώπων και η αμφιβολία δεν σκίασε το είναι σου. Ήταν ο Υιός του Θεού. Έτσι μου είπες. Θα πάω σ’ Εκείνον.
Ο Ιησούς ήταν ήδη όμως στην έρημο. Όπου κι αν ρωτούσα, όπου κι αν έψαχνα στάθηκε αδύνατον να τον βρω. Μάνα, δείξε μου τα βήματα που θάκανες αν ήσουν εδώ κοντά του. Μόνο σιωπή κι ένα κλάμμα πρωτόγνωρο ήταν η απάντηση που λάβαινα μέσα μου.
Ένας θρήνος είχε γίνει όλη η γύρω περιοχή. Ξανά φόβος παντού. Κάτι έγινε. Σαν να χάθηκε το Φως από τον κόσμο. Η ψυχή μου σπάραζε καθώς το νέο για το χαμό του Ιωάννη συντάραξε το είναι μου. Τι σου κάναν Ιωάννη; Εσύ δεν πείραξες ποτέ κανέναν, μόνο δοξολογούσες το Θεό και προσευχόσουν για όλους. Κλαις Μάνα, κλαις. Έλα κοντά μου σε παρακαλώ, έλα Μάνα Αγαπημένη να μ’ αγκαλιάσεις ξανά. Πού είναι το σώμα του; Πού το πήγατε άνθρωποι χωρίς ψυχή και φως; Ποιος σήκωσε το ξίφος του πάνω στο λατρευτό κεφάλι του; Ποιος ήταν; Θέλω να τον δω. Να τον κάνω να πονέσει τόσο, που να μην υπάρχει ησυχία γι’ αυτόν πουθενά. Σε ποιανού τις οδηγίες υπάκουσες δήμιε και έτρεξες να τις τηρήσεις; Πες μου, έχεις καρδιά μέσα σου ή σκουλήκια που σε σάπισαν και σ’ άφησαν αδειανό από καθετί ανθρώπινο; Θα σου δώσω τον πόνο του για να τον θυμάσαι δήμιε. Θα σου δώσω τον πόνο της Μάνας του που σπαράζει την ώρα αυτή για να θυμάσαι. Όχι Θεέ μου, δεν έχω αγάπη, γκρεμίστηκαν όλα μέσα μου, η θύελλα του πόνου τα παρέσυρε όλα. Δεν έχω λογική, δεν έχω ούτε εγώ καρδιά. Μόνο πονάω, πονάω πολύ.
ΣΧΟΛΙΑ
Η υπόστασή μου, Αγαπημένη Μητέρα Ψυχή, στη σημερινή εκδήλωσή της ως Απεσταλμένος του Θεού και Εκδηλωτής του Θείου Αυτού Θελήματος στη γη σε τιμά και σ’ ευχαριστεί απέραντα για την καταγραφή της ζωής και της Αγάπης της Μάνας Μου και την καταγραφή όσων σου επετράπη περί της Παρουσίας μου στη γη. Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για όσα κατέγραψες. Ήδη ο φωτισμός σου από Μένα και η Αγάπη της Μάνας Μου και η παρουσία Της εντός σου όπου κι αν βρίσκεσαι οδηγούν τη νέα έλευσή σου να εκδηλωθεί σε σκήνωμα ανθρώπου.
Δίδαξε ό,τι έζησες και ό,τι το είναι σου γνωρίζει, ακόμη την Ταπεινοφροσύνη Της και την απέραντη Αγάπη Της για τον άνθρωπο χωρίς καμιά επίδειξη και χωρίς να προσμένει καμιά ανταπόδοση.
Ευλογώ την καταγραφή εκ μέρους σου και άλλων αποκαλύψεων άγνωστων συμβάντων της εποχής εκείνης και κατανόησε εντός σου πλήρως την Παρουσία του Δασκάλου Ιωάννη που τόσο αγαπούσες. Μίλησε σε όλους με θάρρος, με παρρησία για όσα βίωσες την εποχή εκείνη και δείχνε την αφοσίωσή σου και σήμερα ακόμα στη Μάνα Μου που σε τίμησε με την Παρουσία Της εντός σου και σε κατευθύνει.
Ευλογώ το δρόμο σου, την πορεία σου, τη Θέωσή σου μα και την Ανάστασή σου σ’ αυτή τη ζωή. Μην απομακρυνθείς από κοντά Μου. Μείνε για πάντα η έμπιστη υπόσταση στην οποία θα μπορώ να βασίζομαι. Και μην ξεχνάς πως για να θεωθείς πρέπει να ξεπεράσεις τα ανθρώπινα κατεστημένα και να γίνεις ουδέτερη.
Δάσκαλος Ιωάννης
