Ένα πρόσωπο, μία πράξη. Και τα δύο στιγματίστηκαν στο πέρασμα των αιώνων από εκατοντάδες γενεές ανθρώπων, που η ανάγκη τους να εκφράσουν την απέχθειά τους για την προδοσία του Χριστού, πάντα στο Όνομα της Αγάπης που Εκείνος δίδαξε, έγινε αφορμή να δημιουργηθούν δεκάδες λαϊκές ιστορίες και παραδόσεις, που η καθεμιά αλλοίωνε όλο και περισσότερο την Αλήθεια, συμπεριλαμβάνοντας όλα τα κατώτερα συναισθήματα των ανθρώπων που βρήκαν την ευκαιρία να εκδηλωθούν στο πρόσωπο του Ιούδα.
Ιστορικά ο Ιούδας ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές του Ιησού. Είχε παρανοήσει όμως την Παρουσία του Χριστού, αναγνωρίζοντας στο Πρόσωπό Του ένα γήινο Βασιλέα που θα απελευθέρωνε τους Ισραηλίτες από την τυραννία του Ρωμαϊκού Ζυγού και παρασυρόμενος από τον Επιστάτη του Ναού του Σολομώντος, βάσει αυτής της αντίληψης που πολλοί Ισραηλίτες έτρεφαν, παρέδωσε τον Ιησού στους Φαρισαίους χωρίς να γνωρίζει ότι αποζητούσαν τη θανάτωσή του.
Όταν κατάλαβε την πλεκτάνη και το λάθος ήταν ήδη αργά, γι’ αυτό πέταξε τα τριάντα αργύρια, το αντίτιμο της προδοσίας, και συντριμμένος από το ολέθριο αποτέλεσμα της παρανόησής του, αυτοχειριάστηκε μέσα στην απόγνωσή του και τις τύψεις της συνείδησής του για την πράξη του.
Το ιστορικό πρόσωπο και ο ρόλος που διαδραμάτισε στην Ιστορία έχει, όπως καθετί που αφορά τη Ζωή, το Έργο και γενικά την Παρουσία του Λόγου Ιησού στη γη, μια συμβολική έννοια, μέσα στην οποία βρίσκονται καλυμμένες οι πραγματικές αιτίες και ιδιαίτερες λειτουργίες της Θείας Νομοτέλειας, που ο Χριστός κατέθεσε στην Τράπεζα της Ζωής του Ανθρώπου και βρίσκονται, γι’ αυτόν που με την Καθοδήγηση του Πνεύματος εμβαθύνει στους λόγους, στις πράξεις, στα πρόσωπα και γενικά σε καθετί που έλαβε χώρα κατά την Παρουσία Του.
Έτσι, ο Ιούδας που πρόδωσε τον Ιησού κρύβει κάτι ιδιαίτερο πίσω από την προδοσία του και γενικά την τοποθέτησή του απέναντι στον Ιησού και ό,τι αφορούσε τη Διδασκαλία Του.
Ήταν λοιπόν μαθητής του Ιησού, κι αυτό δείχνει πως είχε συλλάβει μέσα του την όραση περί υψηλοτέρας Ζωής, είχε αντιληφθεί μέσα του μια τάση να ξεφύγει από την υλική εντρύφηση και να εισαχθεί σε μια Νέα Πνευματική ζωή.
Αντιστοιχεί στο πρώτο (1ο) Κέντρο Αναπαραγωγής – Γενετήσιο, το οποίο είναι το κατώτερο και βαρύτερο Κέντρο, το Κέντρο όπου αποταμιεύεται η Ουσία. Έτσι είναι ο ταμίας της Ουσίας, κάτι που συμβαίνει και εξωτερικά στην Ιστορία, γιατί ο Ιούδας ήταν ο ταμίας στην ακολουθία του Ιησού. Είναι λοιπόν Επιστάτης της Ζωής και αντιπροσωπεύει τις μη απολυτρωμένες, τις μη απελευθερωμένες δυνάμεις του ανθρώπου.
Αν και έχει συλλάβει την έννοια – αναγκαιότητα περί υψηλοτέρας Ζωής, αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις ευθύνες. Είναι το κομμάτι εκείνο του ανθρώπου αλλά και η εικόνα της ανθρωπότητας που, μολονότι αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα μιας άλλης αντίληψης υψηλότερης, εντούτοις καταφεύγει ακόμη σε δόλιες μεθόδους, μεταθέτοντας τις ευθύνες στα υπόλοιπα Κέντρα – μαθητές, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις του.
Ο Ιούδας συμβολίζει την επιθυμία. Η οικειοποίηση και η φιλοκτημοσύνη είναι καταστάσεις του νου του, οι οποίες όταν λειτουργήσουν έννομα ανοικοδομούν τη Συνείδηση, ακριβώς γιατί εργάζονται στην Περιοχή του Απολύτου, εκεί απ’ όπου προήλθαν και συνεπώς έλκουν τις προμήθειες του Σύμπαντος, την Ελεύθερη Ουσία του Όντος, μέσω της οποίας αντλούμε την Ακατάσχετη Γνώση και την Ασύλληπτη Πανσοφία του Θεού του Παντός.
Όταν όμως παραβαίνει το Νόμο και στρέφεται προς την ύλη, τότε αυτές οι καταστάσεις – λειτουργίες μετατρέπονται σε απληστία και αυτό επιφέρει καταστρεπτικά αποτελέσματα στην ανθρώπινη υπόσταση, όποτε ο Ιούδας της λειτουργεί μ’ αυτό τον τρόπο.
Πρέπει, λοιπόν, η ικανότητα του Ιούδα ν’ απελευθερωθεί και ο ταμίας της Ουσίας να καταστεί η γεννήτρια που, συσσωρεύοντας την Ουσία, θα πυροδοτήσει μ’ αυτήν την υπόσταση, ώστε ν’ απεγκλωβιστεί το Πνεύμα το οποίο θα μας οδηγήσει, με την εσωτερική του γνώση, στην Πηγή από την οποία προήλθε.
Το πρώτο βήμα της απελευθέρωσης του Ιούδα είναι να αναλάβουμε μία άφοβη στάση νου απέναντι στην ενότητά μας με το Πνεύμα της Αγνότητας. Πρέπει να αναγνωρίσουμε και να διαβεβαιώσουμε αυτή την ενότητα, πράγμα που είναι αδύνατο να γίνει αν πρώτα δεν φθάσου- με στο σημείο ν’ αποδεχθούμε τις ατέλειες που μας οδήγησαν στη διάσπαση της ενότητάς μας με το Πνεύμα.
Οι μαθητές πριν λάβουν την Κλήση του Ιησού ασχολούνται με τα ιδιωτικά τους και πολλές φορές ο Ιησούς ομιλεί για τη σκληρότητα που διέκρινε τους ανθρώπους της εποχής. Αυτό δεικνύει πως πριν εμφανιστεί ο Διδάσκαλος τα Κέντρα Ζωής λειτουργούν ασυντόνιστα μέσα μας, ακριβώς γιατί η Πνευματική Συνείδηση, ο Χριστός, που θα τα ενώσει, δεν έχει ακόμη εμφανιστεί.
Έτσι ο Ιούδας ασχολείται με τα ιδιωτικά του σπαταλώντας την Ουσία – Ζωή χωρίς να ελέγχεται, αλλά αντίθετα ισχυροποιεί τη θέση του από το Κοινωνικό κατεστημένο που τον τροφοδοτεί με οτιδήποτε ικανοποιεί τις ορέξεις του.
Είναι το Κέντρο που ενεργοποιείται από τη γενετήσια ορμή και γι’ αυτό έχει άμεση σχέση με την Πρωταρχική κατάσταση του Ανθρώπου. Είναι η Εύα.
Η σχέση του με το Πνεύμα είναι σχέση Θηλείας προς την Άρρενα Αρχή. Ενεργοποιείται από την Ουσία, γι’ αυτό και έλκεται από Αυτήν λαμβάνοντας την κινητήρια δύναμη την οποία μορφοποιεί ανάλογα με τη βούληση – επιθυμία της.
Οταν αυτή η βούληση – επιθυμία είναι έννομη και λειτουργεί συσσωρεύοντας την Ουσία για να επενδύσει στην Αγάπη, τότε η σχέση γίνεται ενότητα και αυτόματα ο Ιούδας ενοποιείται με τον αντίστοιχο πόλο του, δημιουργώντας – επιστρέφοντας στην Πρώτη εκδήλωση, την κατάσταση της Ενοποιημένης Μονάδας – Λόγου.
Η Εύα επενδύει τον Αδάμ και η ανακύκλωση γίνεται εντός της Μονάδος, χωρίς διαρροές ενέργειας, που τροφοδοτούν τα κατώτερα Κέντρα μέσω της επιθυμίας, αφού η μετουσιωμένη πλέον μέσα στην Αγάπη επιθυμία έχει μετατραπεί σε άρρηκτη ενότητα, συνεργασία με την αντίστοιχη άρρενα αρχή, τον Αδάμ.
Στην περίπτωση όμως που η βούληση – επιθυμία του δεν είναι έννομη, τότε λειτουργεί σπαταλώντας τη συσσωρευμένη Ουσία δίνοντάς την στους «πτωχούς», δηλαδή στις ανικανοποίητες και αλύτρωτες επιθυμίες που, λόγω της ποιότητάς τους, δεν μπορούν να εισέλθουν στη Βασιλεία του Πνεύματος, πράγμα που σημαίνει πως άνευ της εκ Θεού καθοδήγησης, η σπατάλη της Θείας Ουσίας και η τροφοδοσία των «πτωχών» επιθυμιών δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να συνεισφέρει και να διαιωνίζει την αθλιότητά τους εγκλωβίζοντας την υπόσταση σε διαρκείς άσκοπες αναζητήσεις, που καθηλώνουν σε μία συνεχή επιλογή μεταξύ καλού – κακού και εν συνεχεία στην πλάνη της διττότητας.
Ο Ιούδας είναι Πρωταρχικό Πνεύμα, είναι η Εύα που παρουσιάστηκε καλυμμένη στην Πρώτη Παρουσία του Χριστού πίσω απ’ το όνομα ΙΟΥΔΑΣ. Είναι ο Πρώτος Αρνητής του Φωτός ή ο Πρώτος Άγγελος της Πτώσης.
Είναι ο εκπεσών, εκείνος που αρνήθηκε να συνταυτίσει το Θέλημά του με το Θείο και να εναρμονιστεί. Το αντίστοιχό του, ο ΑΔΑΜ, είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο Άρχων της Υπακοής, το Πνεύμα που λειτούργησε έννομα και προπαρασκεύασε την Οδό του Κυρίου. ΙΩΑΝΝΗΣ – ΙΟΥΔΑΣ – ΑΔΑΜ – ΕΥΑ.
Και οι δύο εκδηλώσεις έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο στην Πρώτη Παρουσία του Χριστού, αντιπροσωπεύοντας τη συνισταμένη του Θετικού και Αρνητικού τμήματος του Ανθρώπου και παίζουν πρωταρχικό ρόλο στην εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου, που πρέπει να αποσαφηνίσει αυτές τις έννοιες για να μπορέσει να εργαστεί σωστά και αποτελεσματικά για την Πνευματική του ανύψωση, την αναγωγή και την Ένωσή του με το Θεό.
Θα παίξουν πάλι σημαντικό και πρωταρχικό ρόλο στη Δεύτερη Παρουσία, όμως αυτό, τους Νόμους και τις λειτουργίες που τα διέπουν, θα το δούμε παρακάτω.
Όπως είπαμε, λοιπόν, το πρώτο βήμα για την απελευθέρωση του Ιούδα είναι ν’ αναλάβουμε την ευθύνη της ενότητάς μας με το Πνεύμα. Όταν γίνει αυτό, οι απολυτρώνουσες, ανυψώνουσες, μετατρέπουσες δυνάμεις της
Ουσίας, τίθενται σε λειτουργία και η ικανότητα Ιούδα φτάνει το Πνευματικό μέτρο ζωής, του οποίου οι υπηρεσίες είναι η Προσευχή και η Ευχαριστία.
Είναι η περίπτωση που η ικανότητα Ιούδας φτάνει στην έννομη εκδήλωσή της, κι έτσι λειτουργώντας την Προσευχή καλεί σε δραστηριότητα μεγαλύτερες εκδηλώσεις Πνευματικής Ουσίας, με τη δύναμη των οποίων ανοίγει ευρύτερους δρόμους, λαμβάνει περισσότερο Φως και αναβιβάζει έτσι την Πνευματική ζωή του Ανθρώπου σε υψηλότερες εκδηλώσεις. Οι λανθάνουσες δυνάμεις του αποκαθίστανται τροφοδοτούμενες από τη Δημιουργική Πνοή του Πνεύματος.
Όταν όμως ο Ιούδας γίνει άπληστος, αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το σφετερισμό και τη σπατάλη της Ουσίας, που βέβαια δεν είναι δική του αλλά του Πατέρα, από τον Οποίο εκπορεύεται, και έτσι οδηγούμαστε σε καταδίκη και οδύνη.
Ό,τι έγινε στην Πρώτη Παρουσία του Χριστού, έγινε για να καταδειχτεί με σύμβολα, έννοιες, με παραστάσεις και αλληγορίες η Νομοτέλεια που διέπει τη ζωή του ανθρώπου και η καταστροφικότητα που δημιουργείται απ’ την παράβασή της.
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να επαναληφθεί και να επαναλαμβάνεται συνεχώς, δημιουργώντας μέσα μας την κατάσταση Ιούδα, η οποία στρεφόμενη στην ανθρώπινη συνείδηση γίνεται φιλοκτημοσύνη επί των υλικών αγαθών και όχι επί της Ουσίας, δηλαδή της Ιδέας που πρέπει και αυτός ο μαθητής ν’ ακολουθήσει.
Ο Χριστός αναστήθηκε, κι έκτοτε ο άνθρωπος δύναται να βιώσει μέσα του τη διαρκή Ανάστασή Του. Δεν είναι απαραίτητο, εκτός κι αν η επιλογή μας το ορίζει, να βιώνουμε τη διαρκή οδύνη της Σταύρωσης.
Η Δευτέρα Παρουσία είναι Παρουσία Ανάστασης του Ανθρώπου, είναι η Παρουσία που οδηγεί τον Άνθρωπο στα άδυτα της Γνώσης του Πνεύματος, στη Χριστοποίηση και στη Θέωση.
Η Ικανότητα Ιούδα στην Ουσία της είναι καλή, εάν χρησιμοποιείται για να έλξει την Ουσία των πραγμάτων, δηλαδή την Ιδέα, όταν όμως χρησιμοποιείται για προσωπική ικανοποίηση, «καλόν θα ήταν δι’ εκείνον τον άνθρωπον αν δεν είχε γεννηθεί» (Ματθ. ΚΣΤ’, 24).
Η Ιδέα είναι το Πνευματικό μύρο που εκχέεται από την Άναρχη και Ατελεύτητη Πηγή του Όντος από την οποία όλα γεννιούνται. Είναι η Ουσία, η Ιδιότητα του Όντος, η Δημιουργική Του Ικανότητα. Εξέρχεται από το Πνεύμα, είναι Πνευματική, γι’ αυτό οι πέντε αισθήσεις δεν μπορούν να τη συλλάβουν.
Την αντιλαμβάνονται σαν ηδονή, όταν σπαταλάται από τον Ιούδα, γιατί μέσα στην Ουσία υπάρχει η Γαλήνη και η Απόλυτη Πληρότητα του Παντός, και οπωσδήποτε η επαφή της με τις πέντε αισθήσεις δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Επειδή η σάρκα αδυνατεί να εισέλθει στη Βασιλεία του Πνεύματος κι επειδή η Απόλυτη Γαλήνη υπάρχει μόνο μέσα στην Ουσία, γεύεται λίγο απ’ αυτή την πληρότητα που ονομάζει ηδονή, σπαταλώντας την Ουσία που, διοχετευόμενη στις λειτουργίες των κατώτερων κέντρων, δεν εννοεί την αναγκαιότητα της ανύψωσης της υπόστασης προς το Θείο.
Για να σχηματίσουμε Συνείδηση περί Ουσίας πρέπει να λειτουργήσουμε νοερά, έλκοντας έτσι την Πνευματική Συνείδηση η οποία θα μας αποκαλύψει την Αιώνια Πραγματικότητα όλης της Αληθινής Ουσίας και θα μας οδηγήσει στη διαρκή Πληρότητα της Πνευματικής Ζωής.
Ο Ιούδας δεν μπορεί να αναγνωρίσει Ουσία, επειδή συγκεντρώνεται στο αποτέλεσμα κι όχι στην αιτία, στις εκδηλώσεις της ύλης κι όχι επί της Ιδέας, που είναι ο Αληθινός Άρτος εξ Ουρανού, της Χώρας των Θείων Ιδεών, μερικές από τις οποίες είναι η Πανταχού Παρουσία και η Αιωνιότητα. Ο σφετερισμός της Ουσίας από τον Ιούδα στηρίζεται στη γήινη κυριαρχικότητά του, που πηγάζει από τον διαχωριστικό τρόπο σκέψης του. Είναι η κυριαρχικότητα με την οποία μεγάλοι του ανθρώπινου γένους κυβερνούν, ασκώντας εξουσία επί των υπηκόων τους.
Η Πνευματική κυριαρχικότητα διαφέρει, γιατί στηρίζεται στις άριστες υπηρεσίες και συνεπώς στην προσφορά, που καθιστά αυτόν που λειτουργεί την προσφορά Μέγιστο και Κύριο, με αληθινά προσόντα.
Ο Ιησούς είναι ο Μέγιστος Άρχων, επειδή υπηρέτησε τέλεια την ανθρωπότητα νικώντας και το θάνατο ακόμη, ανοίγοντάς της το δρόμο για την Αιώνια Ζωή.
Ο Ιούδας υπηρέτησε ατελώς και η Θυσία του περιορίστηκε σε νέκρωση χωρίς ανάσταση, συνεπώς δεν μπορεί άνευ της Πνευματικής Συνείδησης να είναι Κύριος της Ουσίας.
Ο Ιούδας έφερε μέσα του στοιχεία Ιωάννη, όπως και ο Ιωάννης έφερε μέσα του στοιχεία Ιούδα, ακριβώς για να διατηρηθεί η συνεκτικότητα του Όλου της ανθρώπινης υπόστασης της Μονάδας ΑΔΑΜ – ΕΥΑ, όπως πιο πάνω είπαμε.
Αυτά τα στοιχεία φαίνονται έντονα στον Ιούδα μετά τη σύλληψη του Ιησού, όταν ο Ιούδας έρχεται σε συναίσθηση της πράξης του από την ανάπτυξη εντός του της κατάστασης Ιωάννη, η οποία τον οδήγησε σε συνειδητή μετάνοια και οδηγούμενος σε μετάνοια – κατάσταση Ιωάννη αυτοχειριάστηκε και συνεπώς καθηλώνεται μην έχοντας πλέον σώμα για να εκδηλώσει άλλη ποιότητα Αγάπης και ν’ αποκαταστήσει το κενό της προδοσίας.
Έτσι δεν μπορεί ν’ αποκλεισθεί από τους δώδεκα μαθητές – Κέντρα. Είναι ο ταμίας του συστήματος μας.
Εκδηλώνεται ως φιλαυτία, υπερηφάνεια, φιλοδοξία, αλλά δεν δύναται να αποκοπεί. Τα σφάλματά του πρέπει να υπερνικηθούν και να υποδεικνύονται άφοβα. Η ορθή σχέση αποκαθίσταται με την παραίτησή μας απ’ οτιδήποτε θεωρούμε κτήμα μας. «Λάβετε φάγετε. Τούτο είναι το Σώμα μου». – «Πίετε εξ αυτού πάντες. Τούτο είναι το Αίμα μου». Και τότε οδηγούμαστε στην αληθινή ελευθερία, που στην πραγματική της έννοια σημαίνει να αγαπάς απείρως την Ολότητα.
Πρέπει, λοιπόν, να εγκαταλειφθεί η ιδέα ότι μπορείτε να κατέχετε προσωπικά ακόμη και αυτή τη ζωή και Ουσία του οργανισμού σας. Ανήκουν στην Ολότητα, γιατί γεννιούνται και προέρχονται από αυτήν και πρέπει να αφεθούν να ρεύσουν ελεύθερα σαν προσφορά προς τον πλησίον για την άφεση των αμαρτιών ολόκληρου του Ανθρώπου.
Μόνον όταν φτάσετε σ’ αυτή την Απόλυτη απάρνηση εισορμά νέα δύναμη στη Συνείδηση και η υπόσταση φωτίζεται με Ουσία, Πνεύμα Άγιο, που την οδηγεί στα Άδυτα της Αιώνιας Ζωής (Ματθ. ΚΣΤ’, 17-30).
Ο Ιούδας είναι η Αισθησιακή Συνείδηση, όπως φαίνεται στο κατά Ιωάννη (ΙΒ’, 4-6) και όταν η Μαρία (Θεία Αγάπη) εκχύνει την πολύτιμη Ουσία Της και διαχέει το μύρο Της σε ολόκληρο τον άνθρωπο, ο Ιούδας διαμαρτύρεται. Είναι η συνείδηση που δεν έχει αντίληψη του αληθινού νόμου της ανακούφισης, γι’ αυτό και οικειοποιείται και σπαταλά ό,τι εισέρχεται στη συνείδηση, προκειμένου να ικανοποιήσει τις περιορισμένες αντιλήψεις – αισθήσεις του. Δεν παράγει τίποτε όσο λειτουργεί έτσι και στη διττότητα της λειτουργίας του βρίσκεται το αίνιγμα της ύπαρξης, που γύρω του περιτυλίσσεται το μυστήριο της ατομικότητας.
Ο Ιησούς γνώριζε ότι αυτό το διαμέρισμα του Είναι Του θα τον πρόδιδε, αλλά δεν έκανε καμιά προσπάθεία να ματαιώσει την πράξη του. Δεν έκανε τίποτε, όχι μόνο γιατί αυτή ήταν η προδιαγραφή του Ιούδα, για κείνη την έλευσή του που σημαίνει, για να γίνουμε απόλυτα κατανοητοί, πως είχε γεννηθεί με αυτόν τον προορισμό, προκειμένου να παρουσιάσει δηλαδή τη συνισταμένη της αρνητικότητας του Εκπεσόντος Εαυτού, αλλά και γιατί ποτέ ο Χριστός δεν έκρινε κανέναν και για τίποτε, όπως ο Ίδιος είπε: «Υμείς κατά την σάρκα κρίνετε- Εγώ ου κρίνω ουδένα» (Ιωάν. Η’, 15).
Ούτε έκρινε, ούτε στιγμάτισε, ούτε τοποθέτησε ποτέ τον Ιούδα, ενώ γνώριζε πολύ καλά την προδιαγραφή που του είχε ορίσει η Θεία Νομοτέλεια να παρουσιάσει. Αυτό δείχνει καθαρά τη στάση της Πνευματικής Συνείδησης απέναντι στην αρνητικότητα, τη θέση που διατηρεί πάντα ο Εαυτός Αγάπη στην Άρνηση προκειμένου να φτάσει στον τελικό στόχο που είναι η μετουσίωσή της.
Αυτή η Διδασκαλία δεν έχει σκοπό να τοποθετήσει τον Ιούδα, ούτε και να τον κρίνει, αλλά ν’ αποσυμβολίσει τη λειτουργικότητα του Αρνητικού Εαυτού που το Πνεύμα Εύα – Ιούδας παρουσίασε κατά Νόμον απέναντι στο Πρότυπο της Αγάπης, επαναλαμβάνοντας τη Στιγμή της Πτώσης που διαδραματίστηκε στα Πνευματικά Πεδία και στην Ύλη, κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να ξαναγίνει για ν’ αποκατασταθεί η Πτώση με τη Θυσία και την Ανάσταση του Ιησού που έφερε τον Άνθρωπο από τη σκοτεινή και απύθμενη άβυσσο του Θανάτου της Αμαρτίας στο Φως της Αιώνιας Ζωής.
Ο Ιησούς σε όλη τη διάρκεια της Διδασκαλίας Του και της δημόσιας Παρουσίας Του, χωρίς ποτέ ν’ αποκαλύψει ή να κοινοποιήσει την Υιότητά Του, ήταν ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος Ιησούς, ο Λόγος που εγένετο σαρξ. Ακόμα και την ώρα της προδοσίας ήταν ο Θεός ο Ζων που ο Ιούδας έπρεπε πάλι να αρνηθεί όπως και τότε, όταν η Εύα αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της Θεότητας προκειμένου να λάβει την εμπειρία που το επιθυμητικό – βουλητικό φρόνημά της αποζήτησε. Ο Θεάνθρωπος με την Παρουσία Του αποκατέστησε την Εικόνα της Τελειότητας στον Κόσμο της Πτώσης, για να υπάρχει καταγραμμένη και στα Μητρώα της Ύλης το Πρότυπο του Τέλειου Ανθρώπου, ώστε να μπορεί πλέον ο άνθρωπος να επιστρέφει μέσω αυτής της Οδού που ο Ιησούς παρέδωσε, Θεία Δωρεά Ελέους του Πατέρα στον Άνθρωπο.
Και ιδού το Άπειρο Μεγαλείο του Πανάγαθου Δημιουργού, ιδού η Πανσοφία του Πνεύματος, αφαιρεί τη Θεότητα του Ιησού από τη Στιγμή της Σύλληψης και οδηγεί τον άνθρωπο πλέον Ιησού μέσα σε μία νύκτα να διέλθει απ’ όλα τα στάδια της Πτώσης αιώνων, να υποστεί την ταπείνωση και το χλευασμό των ποιοτήτων της διαδρομής των αιώνων, χωρίς ποτέ και τίποτα να οφείλει σ’ αυτές, οδηγώντας Τον τέλος στον τόπο του Κρανίου, όπου ενώνει με τη Σταύρωση την άπειρη ευθεία της ύλης, η οποία εγκλωβίζει τον εκπεσόντα, με την Άπειρη ευθεία του Πνεύματος του Θεού, δίνοντας στον Άνθρωπο το δικαίωμα της επιστροφής στη Βασιλεία του Πνεύματος.
Ο Ιούδας μέσα στον άνθρωπο, η Αισθησιακή δηλαδή συνείδηση, τον προδίδει καθημερινά μέσα από τις επιθυμίες και τις άνομες ορέξεις της. Όμως θα ήταν ασύνετο και άκαιρο να την καταστρέψουμε ή να την αποκόψουμε, γιατί στη βάση της είναι καλή και χρησιμοποιούμενη σωστά μπορεί να πυροδοτήσει άλλες πιο εκλεπτυσμένες εκδηλώσεις. Απλώς έχει προχωρήσει λάθος.
Ο Ιούδας μεταμορφώνεται και απολυτρώνεται, όταν ό,τι ανήκει στην προσωπικότητα παραδοθεί στην Ολότητα του Ανθρώπου, πράγμα που θα επιτρέψει στην Ουσία της Θείας Αγάπης να μετουσιώσει και να μεταλλάξει την κατάσταση Ιούδα και να εκχυθεί στη Συνείδηση και να εμπλουτίζει συνεχώς τον άνθρωπο, όσο εκείνος θα εγκαταλείπει την αντίληψη μέσω των αισθήσεων προς χάριν της Πνευματικής Αντίληψης και της καθαρότητας του σκοπού της.
Η Συνείδηση ουσιαστικά είναι μία, η Συνείδηση της Ολότητας Θεός, και κάθε άλλη συνείδηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκδήλωση περιορισμού και ποιότητας ανάλογα με το ύψος απ’ το οποίο εκδηλώνεται κάθε πεδίο συνείδησης.
Πρέπει κάθε ποιότητα και κατάσταση Συνείδησης να υπαχθεί μέσα σ’ αυτή την Υπέρτατη Θεία Συνείδηση που μεταμορφώνει τον αισθησιακό άνθρωπο στην καθαρή αρχική του κατάσταση, κάτι που γίνεται μέσω της Αγάπης, που είναι η μόνη Δημιουργική ικανότητα σε κάθε ον, μέσω της οποίας δοξάζεται η Αιώνιος Ζωή.
Ο Ιούδας στη Δεύτερη Παρουσία έρχεται καλυμμένος όπως και στην Πρώτη. Είναι όπως και ο Ιωάννης Πρωταρχικό Πνεύμα, γι’ αυτό δεν εκδηλώνεται μόνο εσωτερικά, αλλά και εξωτερικά σε δικό του σκήνωμα και προορισμός του είναι να Θεωθεί, αποκαθιστώντας την ένωσή του με το αντίστοιχο Πνεύμα, τον Ιωάννη, επιτρέποντας στην Ολότητα Άνθρωπος να πάρει το δρόμο για την Τελείωση, το δρόμο για την Πηγή απ’ την οποία προήλθε.
Η Πτώση του δημιούργησε με την εκδήλωση διαφόρων ποιοτήτων ενεργειών τα επτά (7) πεδία, τα οποία αντιστοιχούν στα επτά ενεργειακά του Κέντρα.
Είναι αυτοί οι επτά Άγγελοι της Αποκάλυψης, οι επτά αρνητικές φλόγες του Ιούδα που έχουν διασπαρεί σε διάφορα σκηνώματα, για να μπορέσει το Πνεύμα να μετουσιωθεί ευκολότερα και να ενοποιηθεί με το Θετικό τμήμα του Ανθρώπου προκειμένου να σχηματιστεί εκ νέου η Ολότητα και ο Άνθρωπος να εισέλθει στη Θέωση επανακτώντας τις Θείες Εξουσίες του.
Κάθε Κέντρο – Φλόγα του Ιούδα εκδηλώνεται με όλα τα χαρακτηριστικά του Πνεύματος σαν αναπόσπαστο κομμάτι του, αλλά και σαν διακεκριμένη αυτοτελής οντότητα που εκφράζει πιο έντονα, όσον αφορά την εκδήλωσή του, τις ιδιότητες του Κέντρου στο οποίο αντιστοιχεί.
Χαρακτηριστικά Ιούδα που τα Κέντρα του εκδηλώνουν είναι οικειοποίηση, κυριαρχικότητα, μετάθεση ευθυνών, τάσεις για εξουσιαστικότητα, προβολή, λαγνεία, σπατάλη, συγκέντρωση υλικών αγαθών και γενικά κλίση προς επιβολή και κυριαρχία επί των υλικών καταστάσεων.
Στο Σώμα αντιστοιχεί το πρώτο (1ο) Κέντρο, που συμβολίζει το Θηλυκό, αρνητικό μέρος του Ανθρώπου, τον πόλο που έχει άμεση σχέση και συνδιαλλαγή με τον Υλικό Κόσμο. Είναι η Εύα, η Ψυχή, γι’ αυτό και αντιστοιχεί ως Πρωταρχικό Πνεύμα στο Κέντρο της καρδιάς, αυτό που προδίδει, με την απόσχιση και την απάρνηση του Φωτός, το Πνεύμα.
Όμως η Θεία Πρόνοια, προκειμένου να αποκατασταθεί το κενό που δημιούργησε η αυτοχειρία του Ιούδα, στην οποία τα στοιχεία Ιωάννη (μετάνοια) τον οδήγησαν, αποστέλλει διά κλήρου στη θέση του τον Ματθία, ο οποίος φέρει στοιχεία Ιωάννη Βαπτιστή, που συμβολίζει το πέμπτο (5ο) Κέντρο και το πρώτο (1ο) Κέντρο αποκαθίσταται λειτουργώντας την προσευχή και την Ευχαριστία στη συνεχή ενατένισή του προς το Θείο και ενώνεται με το Κέντρο του Ιωάννη ανοίγοντας έτσι την Αυλαία της Νέας Εποχής, της Εποχής που ο Ιωάννης άχρονα ειδοποιούσε τον ερχομό της, ορίζοντας καθαρά πως ήταν η Βασιλεία των Ουρανών, η Εποχή του Θεούμενου Ανθρώπου, του Εαυτού – Ολότητα Αδάμ.
Το πέμπτο (5ο) Κέντρο που συμβολίζει ο Ιωάννης είναι το Κέντρο εκδήλωσης των πέντε (5) ανώτερων εγκεφαλικών για να φανερωθούν με τη Δύναμη του Λόγου, αποκαλύπτοντας τις Θείες Βουλές με τον ασύλληπτο τρόπο της αποκάλυψης που ο Ιωάννης ο μαθητής, ο οποίος αντιπροσωπεύει το Κέντρο της επαφής με την Πηγή του Δημιουργικού Λόγου, λαμβάνει από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, τον Άνθρωπο σε Θεία Δόξα όπως μέλλει να εμφανιστεί στη Δεύτερη Παρουσία, Ενωμένος Αδάμ – Εύα με την Άπειρη Δύναμη της Άπειρης Μονάδας, του Λόγου Θεού.
Οι επτά φλόγες – Κέντρα του Ιούδα έχουν διασπαρεί για να μετουσιωθούν ευκολότερα σε διάφορα σκηνώματα, που στην Πρώτη Έλευση ήρθαν καλυμμένα με διάφορες προσωπικότητες οι οποίες φανέρωσαν τις εκάστοτε αρνητικές θέσεις που λαμβάνει ο νους του ανθρώπου απέναντι στην Παρουσία του Χριστού μέσα στο ένδον κάθε υπόστασης.
Ήταν η Ηρωδιάδα, που συμβολίζει την Αισθησιακή Συνείδηση, από την οποία απορρέει η Σαλώμη, που παριστά τη σεξουαλική αίσθηση, η οποία έχει αρνητική εκδήλωση με τα χαρακτηριστικά της Φλόγας – Ηρωδιάδας, όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αυτούσια η Φλόγα, αλλά ένα κομμάτι της, μία εκδήλωσή της που καθοδηγείται και ορίζεται απ’ αυτήν προκειμένου να σαγηνέψει το προσωπικό εγώ, τον Ηρώδη.
Ταυτόχρονα η Ηρωδιάδα αντιστοιχεί στο χαμηλότερο Κέντρο του Ιούδα, γι’ αυτό ζει μέσα σε χλιδή και ακολασία.
Ο Καϊάφας αντιστοιχεί σ’ ένα άλλο Κέντρο – Φλόγα του Ιούδα. Ενώ το έργο του είναι να οδηγήσει το λαό (σκέψεις) στο Θεό, μετουσιώνοντας κάθε ενέργεια σε Θείες ποιότητες, ιδιοποιείται την εξουσία του εκπροσώπου του Θεού και αντιστρατεύεται το Θείο Θέλημα προσπαθώντας να εκθέσει και να διασύρει την Πνευματική Συνείδηση, προκειμένου να διατηρήσει τη γήινη εξουσία του και την εκμετάλλευση του Ναού της Ψυχής, διατηρώντας τις συναλλαγές του με την ύλη και διαιωνίζοντας τα πάθη και τις επιθυμίες.
Ένα άλλο Κέντρο – Φλόγα είναι ο Πιλάτος, που συμβολίζει την εξουσία της σαρκικής θέλησης πάνω στην υπόσταση του ανθρώπου. Έχει άγνοια της Παρουσίας και της Ύπαρξης Θείας Ουσίας μέσα στον άνθρωπο, ακριβώς γιατί όλες οι δραστηριότητές του στρέφονται στην εξουσία επί των υλικών καταστάσεων, οι οποίες είναι οι μόνες που μπορεί ν’ αναγνωρίσει.
Όταν έρχεται αντιμέτωπος με την Πνευματική Συνείδηση ταράζεται, γιατί αυτό που αντικρίζει βρίσκεται έξω από τα όρια της ανθρώπινης αντίληψής του.
Κυνηγός της εξουσίας, αντιλαμβάνεται την Κυριαρχία της Πνευματικής Συνείδησης, που όμως η περιορισμένη αντίληψή του αδυνατεί να κατανοήσει. Σύμφωνα με τους γήινους νόμους η Πνευματική Συνείδηση δεν έχει διαπράξει κάτι που να είναι παράνομο, ενώ ταυτόχρονα η γαλήνη με την οποία η Πνευματική Συνείδηση αντιμετωπίζει όλες αυτές τις αβάσιμες κατηγορίες τού προκαλεί έκπληξη, γιατί διαφεύγει από τ’ ανθρώπινα.
Αρχίζει να πιέζεται, γιατί δεν μπορεί ν’ αποφασίσει. Όμως δεν μπορεί ν’ απορρίψει και τους κατήγορους, γιατί κινδυνεύει να χάσει την κυριαρχία του. Αναγκάζεται, λοιπόν, εκ των πραγμάτων να πάρει μία θέση, κι αυτό τον δυσκολεύει πολύ. Έτσι ενεργοποιεί τη βασική αρχή που κατά κανόνα διατηρεί την υλική εξουσία. Μεταφέρει τις ευθύνες στο λαό (πάθη – σκέψεις – επιθυμίες), που μορφοποιούνται στο πρόσωπο του ληστή τον οποίο απελευθερώνουν με την επιλογή τους και νίπτει τας χείρας του απ’ το αίμα του ανθρώπου αυτού (Ματθ. ΚΖ’, 24).
Έτσι ο άνθρωπος Ιησούς οδηγείται στο Γολγοθά για να μετουσιώσει ολοκληρωτικά την Πτώση που σχημάτισε ο κατώτερος Εαυτός και εδώ άλλη φλόγα του Ιούδα παρουσιάζεται στο σκήνωμα του αριστερού ληστή που σταυρώνεται μαζί με τον Ιησού, παραμένοντας αμετανόητος.
Το θετικό και αρνητικό ρεύμα που δημιουργήθηκαν από τη διάσπαση της Πτώσης στο Πεδίο της διττότητας εκδηλώνουν το καθένα τη φύση του με τη στάση τους απέναντι στον Εαυτό, που με τη Μετουσίωση – Σταύρωση του κατώτερου εαυτού αποκαθιστά τον Άνθρωπο με την Ανάσταση του Εαυτού Χριστού.
Έτσι ο Ιούδας παρουσιάζεται σ’ αυτή τη φάση σαν πειρασμός στον άνθρωπο που έχει ανέλθει μετά από μία Πορεία Ολοκλήρωσης στο Σταυρό, για να νικήσει το Θάνατο της Αμαρτίας και να δικαιώσει την Αιώνια Ζωή του Πνεύματος.
Ο μαθητής Ιούδας συγκεντρώνει τα τρία Κέντρα – Φλόγες, γι’ αυτό εκδηλώνεται σε ένα σκήνωμα μεταφέροντας αυτούσιο το Πνεύμα με όλα τα χαρακτηριστικά – εντυπώματα της φύσης του και τις δυνατότητες – ιδιότητές του, αποτελώντας τον βασικό κορμό του Πνεύματος – Εύα, απ’ όπου απορρέουν όλες οι εκδηλώσεις των Κέντρων της.
Στη Δεύτερη Παρουσία κάθε Κέντρο – Φλόγα του Ιούδα θα μετουσιωθεί και θα ενοποιηθεί – αφομοιωθεί μέσα στην Ολότητα Άνθρωπος. Όπως έχουμε πει για το στάδιο μετάνοιας και κάθαρσης, το στάδιο Ιωάννη, απ’ το οποίο θα διέλθει όλη η ανθρωπότητα σαν εξελικτικό στάδιο, στο σύνολό της αλλά και κάθε τμήμα μέσα στον εαυτό του, το ίδιο θα συμβεί και με τον Ιούδα, από το στάδιο του οποίου κάθε υπόσταση, αλλά και ο Άνθρωπος σαν Σώμα θα περάσει πριν ακόμη εισέλθει σε κατάσταση Ιωάννη.
Ο Ιούδας θα μετουσιωθεί και θα αποκατασταθεί μέσα σε κάθε άνθρωπο που, περνώντας στάδιο Ιούδα, καταστάσεις άρνησης της Πνευματικής Αλήθειας, θα δώσει εξετάσεις προκειμένου να στρέψει τις δυνάμεις της άρνησης μέσα του να υπηρετήσουν το Θείο Σχέδιο και να λειτουργήσουν την Προσευχή, την Ευχαριστία και την Προσφορά της Αγάπης.
Ο Ιούδας, όπως και κάθε του Κέντρο – Φλόγα, θα εκδηλωθεί σαν Δάσκαλος, σαν Χριστός, γιατί αυτός είναι ο προορισμός του. Να θυσιάσει την ατομικότητά του προκειμένου ν’ ανακουφιστεί ο άνθρωπος από τη φυλακή των αισθήσεων, της περιορισμένης αντίληψης και του εγκλωβισμού στην Ύλη.
Είναι πλέον η ώρα να ξεπεράσει η ανθρωπότητα το κατεστημένο σκέψης αιώνων και να προετοιμαστεί για να δεχτεί ένα νέο Ιούδα, έναν Ιούδα αναγεννημένο μέσα από τη Θεία Φωτιά του Πνεύματος, που θα τον ενώσει και θα τον αποκαταστήσει σαν Διδάσκαλο Λόγο μέσα στον Άναρχο Θεό.
Η Θέωση του Ιούδα σημαίνει Θέωση του ανθρώπου, σημαίνει αύξηση της περιορισμένης συνείδησης στην Άπειρη Θεοσυνείδηση, που θα φέρει την ανθρωπότητα μέσα στην Πρώτη Κατοικία της, στο Θεό Πατέρα, που με τη Δεύτερη Παρουσία θέλει δοξάσει τον Άνθρωπο ως Λόγο Υιό εν τη Αιωνία Αυτού Ζωή.
Ήγγικεν γαρ η ώρα ίνα πάντα πληρωθώσιν υπό του Πνεύματός Μου του Αγίου και παν εκ της φθοράς προερχόμενον καταστή Αφθαρσία.
Ο Ην απ’ αρχής Εγώ Ειμί, ο λαλών εκ της Πηγής του Ήχου του Πατρός Μου. Λάβε την Κλήση, Άνθρωπε, και ελθέτω πρός Με, ίνα την Αιώνιον Ζωήν λάβης εν τω Είναι σου και διά της Ουσίας Μου καταστής Εν μετ’ Εμού, Εν μετά της Απολύτου και Ακενώτου, Ανάρχου Παρουσίας Μου ως Θεός εν Θεώ, Φως εν τω Φωτί.
Όταν ο Ιούδας (1ο Κέντρο) «ττροδώσει», δηλαδή ενδώσει στις επιθυμίες για γήινη κυριαρχία, τότε ο Διδάσκαλος «συλλαμβάνεται» και οι μαθητές – ικανότητες διασκορπίζονται.
Κάθε φορά που η επιλογή γίνεται βάσει των επιθυμιών του κατώτερου κέντρου, δηλαδή υποκύπτουμε στη γενετήσια ορμή και τη σεξουαλικότητα, ο νους διασπάται λόγω απώλειας Ουσίας και οι ικανότητες – μαθητές μας διασκορπίζονται.
Η διασκόρπιση των ικανοτήτων προέρχεται από το γεγονός ότι τροφοδοτούνται από την Ουσία και συνεπώς είναι συνδεδεμένες με την Πνευματική Συνείδηση που την παρέχει.
Η ενέργεια μέσω του κατώτερου και βαρύτερου κέντρου, έχει σαν αποτελέσματα επιλογές με γήινες αξίες, οι οποίες δεν μπορούν να τροφοδοτήσουν τους μαθητές – ικανότητες με Ουσία. Έτσι όταν η Πνευματική Συνείδηση «προδοθεί» από την τάση του Ιούδα μας να αποκτήσει γήινη κυριαρχία, η Ουσία υποστέλλεται και παύει να τροφοδοτεί τις ικανότητες οι οποίες διασκορπίζονται, επιφέροντας έτσι τη διάλυση της συνοχής μεταξύ Πνεύματος, ψυχής και σώματος.
Ο Ιούδας ήλπιζε ότι εάν ο Ιησούς συμφωνούσε να οδηγήσει τον Ιουδαϊκό λαό να αποτινάξει τον Ρωμαϊκό Ζυγό, αυτό θα του προσέδιδε τιμές και δόξες και θα τον τοποθετούσε σε μια ευυπόληπτη θέση στην Ιουδαϊκή κοινωνία, μιας κι εκείνος θα είχε μεσιτεύσει γι’ αυτή την επιτυχία. Έτσι το όνομά του θα έμενε στην Ιστορία και θα εκπλήρωνε την επιθυμία του να γίνει σεβαστός από όλο τον κόσμο.
Ο Ζιρά (δόλος), Επιστάτης του Ναού, είχε αντιληφθεί τις κρυφές ματαιόδοξες επιθυμίες του Ιούδα και τις εκμεταλλεύτηκε για να τον εξαπατήσει.
Ο Ιούδας μέσα στον ενθουσιασμό του, νομίζοντας πως το σχέδιό του θα πετύχαινε, δεν μπόρεσε να διακρίνει την απάτη κι έπεσε θύμα της πλεκτάνης που είχαν σχεδιάσει οι Φαρισαίοι σε βάρος του.
Όταν κατάλαβε το λάθος ήταν πολύ αργά. Έτσι πέταξε τα αργύρια και αυτοχειριάστηκε, σε μια προσπάθεια να τιμωρήσει τον εαυτό του για τις ευτελείς του ιδέες που έγιναν αφορμή να διαπράξει αυτό το τραγικό λάθος.
Η γοητεία που ασκείται στο 1ο Κέντρο (γενετήσιο) από τις επιθυμίες μας, βασίζεται σ’ αυτές ακριβώς τις υποδοχές της γήινης κυριαρχικότητας που διατηρεί ο Ιούδας μας, να επικρατήσει στο νου, στην καρδιά και στο σώμα.
Αυτή είναι η αιτία που κάθε φορά που ασκείται η γοητεία της πραγματοποίησης των επιθυμιών μας στο κέντρο – Ιούδας αισθανόμαστε έναν ενθουσιασμό, μία διέγερση των αισθήσεων και μια υπερκινητικότητα στο σώμα.
Όταν ενδώσουμε στις επιθυμίες, σπαταλούμε την Ουσία και η Πνευματική Συνείδηση υποστέλλεται, χωρίς ποτέ να μπορούμε σε κάθε στιγμή επιλογής να προβλέψουμε ένα τέτοιο αποτέλεσμα, λόγω του ενθουσιασμού που επικρατεί από την ενεργοποίηση των υποδοχών του Ιούδα.
Σαν επιστάτης της Ουσίας, τη διαχειρίζεται και αυτός είναι ο λόγος που μπορεί και δημιουργεί αυτή την αίσθηση.
Ο ενθουσιώδης χαρακτήρας του Ιούδα ενεργοποιείται πάντα από μία επικείμενη ή ενδεχόμενη πραγματοποίηση των τάσεών του και εμφανίζεται με τη μορφή μιας υπερδιέγερσης των αισθήσεων, ιδιαίτερα των σεξουαλικών και μιας ευφορίας, πάντα πρόσκαιρης, όταν πρόκειται για υλικό κέρδος.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα συμπτώματα είναι πάντα τα ίδια. Ο νους παύει να εξετάζει με σύνεση και προ- νοητικότητα και συγκεντρώνεται σε μία και μόνο σκέψη, αυτή της πραγματοποίησης των επιθυμιών, της επικράτησης και της επιβολής στον υλικό κόσμο, που έχει σαν αποτέλεσμα την απομάκρυνση και την αποκοπή από τις Θείες Αξίες και το σχηματισμό Αισθησιακής Συνείδησης, μέσω της οποίας αντιλαμβανόμαστε πλέον τις καταστάσεις.
Έτσι η Πνευματική Συνείδηση υττοστέλλεται και επέρχεται η διάλυση των ικανοτήτων μας, που αδυνατούν να λειτουργήσουν χωρίς την καθοδήγησή της.
Η πίστη (Πέτρος) προσπαθεί για λίγο ν’ ακολουθήσει τη Μορφή της Πνευματικής Συνείδησης, που μετά τη Σύλληψή Της οδηγείται δεμένη από τις αισθήσεις στα τρία κατώτερα σώματα, στα οποία όμως η ικανότητα πίστη προσκόπτει, «αρνείται» τον άνθρωπο των αισθήσεων, γιατί αδυνατεί να συλλάβει πως διατηρεί ακόμη την Τελειότητά Του.
Η πίστη δεν μπορεί να επικρατήσει στα τρία κατώτερα σώματα – κέντρα, ακριβώς γιατί δεν πιστεύουν το Θεό ως άνθρωπο, πράγμα που θα τα οδηγούσε στη μετουσίωσή τους, κι έτσι η ικανότητα πίστη βρίσκεται έξω από την ακτίνα δράσης της, που βρίσκεται στα ανώτερα κέντρα.
Αντίθετα ο Ιωάννης (αγάπη) ακολουθεί την Πνευματική Συνείδηση εκεί όπου δικάζεται, γιατί είναι περισσότερο προσιτός στα κατώτερα κέντρα, τα οποία εκδηλώνουν διάφορες μορφές αγάπης, κι έτσι πάντα αναγνωρίζουν στην Αγάπη το πρόσωπο της δικής τους αγάπης.
Η Αγάπη ποτέ δεν σταυρώνεται, ποτέ δεν φυλακίζεται, ποτέ δεν εμποδίζεται, αλλά πάντα είναι προσιτή σε όλα τα επίπεδα εξέλιξης, σε όλες τις εκδηλώσεις, γιατί περιέχει μέσα της τα πάντα. Έτσι ο καθένας βρίσκει στην αγάπη κάτι δικό του ή τουλάχιστον την αναγνωρίζει στο βαθμό και την ποιότητα που την έχει μέσα του, γι’ αυτό και μεσιτεύει στη διάνοια (τη Θυρωρό),
που φυλάει τη θύρα της εισόδου στα τρία κατώτερα σώματα για να εισαγάγει την πίστη (Πέτρο).
«Ο δε Πέτρος ειστήκει προς τη θύρα έξω. Εξήλθεν ουν ο μαθητής ο άλλος, ος ην γνωστός τω αρχιερεί, και είπε τη Θυρωρώ, και εισήγαγε τον Πέτρον» (Ιωάν. ΙΗ’, 16).
Η Αγάπη αποκαθιστά την προδοσία του Ιούδα, που πάντα φθάνει στην απόγνωση όταν αντιλαμβάνεται τις συνέπειες της «προδοσίας».
Έτσι πάντα μετά την υποστολή της Πνευματικής Συνείδησης ο Ιούδας αυτοχειριάζεται και αυτή η φάση παρουσιάζεται στον άνθρωπο όταν μετά από την ικανοποίηση των επιθυμιών του νιώθει κενό μέσα του, έλλειψη ενέργειας και τύψεις συνειδήσεως για τη σπατάλη της Ουσίας, που τον φέρνουν σε αδιέξοδο, αυτοκατάκριση και αυτοτιμωρία, που είναι αποτελέσματα της ελλιπούς μαθητείας του Ιούδα.
Εάν ο Ιούδας μαθήτευε σωστά, τότε θα πίστευε στους λόγους του Ιησού, οπότε αφενός δεν θα πρόδιδε και αφετέρου θα ανέμενε την Ανάσταση του Ιησού που ο Ίδιος είχε προείπει.
Προσκολλημένος όμως ο Ιούδας μας στις κυριαρχικές του τάσεις ποτέ δεν μαθητεύει σωστά, με αποτέλεσμα να οδηγείται πάντα στην αυτοχειρία και το αδιέξοδο, που συνήθως εκφράζεται με μελαγχολία και κρίση κατά του ίδιου μας του Εαυτού, που δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε καλά αποτελέσματα και σωστή τοποθέτηση, ώστε να αποκατασταθεί το κενό, αφού όλες οι ικανότητές μας βρίσκονται αποσυντονισμένες.
Έτσι η αποκατάσταση έρχεται πάντα με την Ανάσταση της Πνευματικής Συνείδησης. Όταν οι τρεις μυροφόρες, που συμβολίζουν τις τρεις ανώτερες ψυχικές εκδηλώσεις των κατώτερων σωμάτων – κέντρων πηγαίνουν να βρουν το Χριστό, μαθαίνουν πως δεν βρίσκεται πλέον στον τάφο.
Μετά την εκτόνωση της επιθυμίας, πάντα έρχεται ένα κενό, μία πλήρης ακινησία στο είναι μας, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και το σώμα, και είναι αυτή η στιγμή του αυτοχειριασμού του Ιούδα.
Η πρώτη κίνηση έρχεται από την Ψυχή μας, που αποστέλλει τις υψηλότερες εκδηλώσεις της από τα τρία κατώτερα σώματα, να μυράνουν με την Αγάπη της τη νεκρή όπως πιστεύει Πνευματική Συνείδηση.
Είναι η στιγμή που νιώθουμε τα πρώτα σκιρτήματα Ζωής μέσα μας, γιατί ήδη η Πνευματική Συνείδηση έχει αναστηθεί και μας τροφοδοτεί τις ψυχικές ιδιότητες προκειμένου να αφυπνιστούμε εκ νέου.
Η εμφάνιση του Ιησού στη Μαγδαληνή συμβολίζει την Ιδέα της Αιώνιας Ζωής που εμφανίζεται στη μετανοημένη ψυχή μας, η οποία τείνει να την αγκαλιάσει, όμως η Πνευματική Συνείδηση την εμποδίζει: «μη μου άπτου- ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου. Πορεύου δε προς τους αδελφούς μου και ειπέ αυτοίς· αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν υμών» (Ιωάν. Κ’, 17).
Η μετάνοια αποκαθαίρει την Ψυχή, όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να την καταστήσει ικανή να εισδεχθεί την Αιώνια Ζωή και να ενωθεί μαζί Της. Η «προδοσία» έχει επιφέρει σοβαρές συνέπειες στην αρμονία της υπόστασης και πρέπει ν’ αποκατασταθεί σιγά σιγά, ώστε να μπορέσει να επανέλθει στην αρμονία ισορροπημένα.
Το Έργο της Πνευματικής Συνείδησης έχει τελεστεί και από τώρα και στο εξής θα πρέπει οι εκπαιδευμένες ικανότητες – μαθητές μας να αναλάβουν τη διάδοση της Διδασκαλίας σε όλα τα διαμερίσματα του εαυτού μας. Όμως για να γίνει αυτό πρέπει η Πνευματική Συνείδηση να αποκατασταθεί στους Ουρανούς μας, για να έλθει πλέον ως Επιφοίτηση και Θεία Παροχή.
Έτσι αποκαθαίρει την Ψυχή από τα καλύμματά της, ώστε να μπορέσει ν’ ανορθωθεί και ν’ απαγκιστρωθεί από τις υλικές έλξεις, «αφ’ ης εκβεβλήκει επτά δαιμόνια» (Μάρκ. ΙΣΤ’, 9), και την αποστέλλει στους αδελφούς – ικανότητες, παραγγέλλοντάς τους ότι ζει και πως θα συναντηθούν στη Γαλιλαίο (Μάρκ. ΙΣΤ’, 7), που συμβολίζει εκείνο τον τόπο της Συνείδησης όπου εμφανίζονται όλες οι Θείες Ιδέες.
Οι ικανότητες δυσπιστούν στην Ψυχή και αυτή η δυσπιστία εμφανίζεται πάντα μέσα στον εαυτό μας τη στιγμή της αποκατάστασης, στην ώθηση της Ψυχής, που εκδηλώνεται με παρόρμηση εσωτερική και διάθεση ενεργοποίησης, γιατί οι ικανότητες – μαθητές δεν έχουν ακόμη συνέλθει από τον κλονισμό του αποσυντονισμού και της αποκοπής τους από την Πνευματική Συνείδηση.
Η αποκατάσταση έρχεται πάντα άνωθεν, με την επανεμφάνιση της Πνευματικής Συνείδησης στους ουρανούς μας, η οποία επαναφέρει την υπόσταση στη Δημιουργική Ροή της Αγάπης, καθώς συντονίζει εκ νέου και διά παντός πλέον τις ικανότητές μας με την Πανταχού Παρουσία, εμφυσώντας τους Θεία Ουσία.«Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. ΚΗ’, 20).
