Ο Άναρχος Λόγος του Άναρχου Πατρός εκχέει αενάως, όλες τις ώρες, κάθε στιγμή, χωρίς κανένα περιορισμό, χωρίς τίποτα να Τον παρεμποδίζει και να Τον παρακωλύει. Εκχέει εις τα Άπειρα Σύμπαντα και η έκχυση αυτή μεταφέρεται στην ύλη, που ευρίσκεσθε, μέσω καταλλήλων σκηνωμάτων εκπαιδευμένων και προετοιμασμένων με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ικανά ν’ αντέξουν και να σηκώσουν την έκχυση του Φωτός και των δονήσεων και να μετατρέψουν με τον εσωτερικό τους Πνευματικό μηχανισμό και αγωγό, τις δονήσεις και τους κυματισμούς της έκχυσης του Λόγου σε λέξεις και φράσεις, προσδίδοντας βέβαια ο κάθε αγωγός μια ιδιαίτερη ιδιομορφία, αλλά οπωσδήποτε χωρίς να συμβαίνει καμιά πρόσμιξη, χωρίς να συμβαίνει καμιά εισρροή ανθρώπινων στοιχείων και διανοιακών συλλήψεων, διότι οι δονήσεις του Λόγου δύνανται να μετατραπούν σε λέξεις και φράσεις μόνο διαμέσου Πνευματικών ιδιοτήτων και ικανοτήτων και δύναται να πραγματοποιηθεί αυτό μόνο από σκηνώματα κεκαθαρμένα, που ευρίσκονται σε Απόλυτη Αρμονία και ισορροπία μετά της εσωτερικής Θείας Υποστάσεως, που έχουν επαφή και σύνδεση μετ’ Αυτής καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και της νυκτός και ουδέν πρόβλημα έχουν να μεταφέρουν τα εσωτερικά μηνύματα στον εξωτερικό κόσμο, στο περιβάλλον.
Ο Άπειρος Λόγος του Άναρχου Πατρός εκχέει στη γη. Δεν εκχέει εφ’ ενός ορισμένου σκηνώματος, εκχέει σ’ ολόκληρη την Οικουμένη της γης, απλώς ορισμένα μόνο σκηνώματα έχουν προετοιμαστεί και έχουν εφοδιαστεί με τον κατάλληλο μηχανισμό, για να μπορούν να δέχονται τις υψηλές δονήσεις και να τις μετατρέπουν σε λόγια, χωρίς όμως να μειώνουν καθόλου την ένταση και τη δύναμη των δονήσεων, χωρίς να παρεμποδίζουν καθόλου το Φως που μεταφέρουν και τη δυνατότητα να δονούν τις υποστάσεις ως τα βάθη του «είναι» τους, χωρίς τίποτα να μπορεί να σταθεί μπροστά τους.
Εκχέει στη γη ο Λόγος δονήσεις Θείες και προσκρούει σε δονήσεις χαμηλοτάτου επιπέδου, προσκρούει σε δονήσεις υλικές και μόνο, που δεν επιτρέπεται να φέρει ο άνθρωπος, ο οποίος δεν είναι υλική υπόσταση, αλλά Πνευματική και Ουράνια προσκρούει πάνω σε δονήσεις τέτοιες, που πολλές φορές μοιάζουν μ’ αυτές που και τα ζώα κραδαίνονται, γιατί ο άνθρωπος παραμελήσας την Πνευματική καλλιέργεια εστράφη μόνο προς την υλική εντρύφηση και επόμενο ήταν και οι δονήσεις, στις οποίες εκραδαίνετο, να πέσουν πολύ.
Ο άνθρωπος ως εκδήλωση του Πατρός εδονείτο στις δονήσεις του Λόγου και μόνο, όσο κατέβαινε προς χαμηλότερα Πνευματικά πεδία, που η σύνθεση της ύλης ήταν βαρύτερη, εδονείτο και σε χαμηλότερες δονήσεις. Στην αρχή είχε μεγάλη ευχέρεια και ευκολία να έρχεται σ’ επαφή με τις δονήσεις του Λόγου, με μόνο μία μικρή προσπάθεια. Κατήλθε όμως στην ύλη και εφόρεσε τον βαρύτερο σάρκινο χιτώνα, τον πυκνότερο, και αποκόπηκε εντελώς από τις δονήσεις του Λόγου, αποκόπηκε γιατί δεν κατόρθωσε να σταθεί στο ύψος που έπρεπε ως Λόγος, γιατί ως Λόγος εξεπορεύθη ο άνθρωπος από τους Κόλπους του Πατρός. Δεν κατόρθωσε να κατανοήσει ότι ήταν αδύνατο να συνυπάρξει με την ύλη, κι εξέπεσε σ’ αυτή, όπως μέσα από την καθημερινή βίωση χαμηλών καταστάσεων μπορέσει να επανεύρει πάλι την αρχική του θέση.
Ο Λόγος εκχέει για τον καθένα, για την κάθε υπόσταση, εκχέει και αναμένει να βρει το απαραίτητο εκείνο σκήνωμα, στο οποίο θα εισχωρήσουν οι δονήσεις Του. Ο άνθρωπος μη γνωρίζων παραπαίει ακόμα στην ύλη και συνεχίζει να επαναλαμβάνει τις ίδιες πράξεις, χωρίς καθόλου να συναισθάνεται το τραγικό του σφάλμα, χωρίς να κατανοεί ότι παραμένει μακράν της Πατρικής κατοικίας, ότι διαιωνίζει ο ίδιος την εξορία, στην οποία από μόνος του μπήκε.
Ο άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει, ότι ουδείς άλλος προορισμός υπάρχει γι’ αυτόν, παρά μόνο να καταστεί Λόγος και να ενωθεί με τον Ένα Λόγο σε μία Αδιάσπαστη, Αδιαχώριστη ένωση, σ’ ένα Αδιάσπαστο και Αδιαχώριστο «Είναι».
Για να συμβεί όμως αυτό, είναι αναγκαίο να πάψει να χρησιμοποιεί τις δυνάμεις τις Θείες που μέσα του διαθέτει, όπως μέχρι σήμερα τις χρησιμοποιούσε, να πάψει να σκορπίζει άσκοπα τη Θεία Ουσία του σε ευτελείς εντρυφήσεις και ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά και μόνο με τη σπουδαιότερη εντρύφηση, που θα τον βοηθήσει να εισδεχθεί εντός του τον Λόγο.
Ουδείς εκ των ανθρώπων δύναται να επιστρέψει αν δεν ενδυθεί Λόγον. Ουδείς εκ των ανθρώπων δύναται να ενδυθεί Λόγον, αν δεν αφαιρέσει πρώτα από πάνω του το ένδυμα της προσωπικότητας και του «εγώ», το ένδυμα του ιδιαίτερου χαρακτήρα τον οποίο φέρει, το ένδυμα που προσδίδει σ’ αυτόν όχι δυνάμεις, όχι ενεργητικότητα, αλλά μόνον αδυναμίες και ελαττώματα.
Η Θεία Υπόσταση, που εξεπορεύθη εκ του Πατρός, ουδεμία ατέλεια φέρει στο «Είναι» αυτής, ουδέν ελάττωμα, ουδεμία αδυναμία. Η Θεία Υπόσταση, που εξεπορεύθη εκ του Πατρός, είναι Τέλεια ως ο Πατήρ. Το ρυπαρό ένδυμα, με το οποίο ο άνθρωπος την περιέβαλε, είναι αυτό που συνοδεύεται από αδυναμίες και πάθη, από ελαττώματα και μικροπρέπειες.
Χρέος κάθε ανθρώπου, που συνειδητοποιεί ότι εντός αυτού υπάρχει υπόσταση προερχομένη εκ Πνευματικών πεδίων, ν’ απομακρύνει από πάνω του το ρυπαρό ένδυμα.
Χρέος της υπόστασης, που έχει συνειδητοποιήσει την Καταγωγή της, να επιδείξει θάρρος και ν’ αφεθεί ακάλυπτη, χωρίς κανένα από τα καλύμματα που γύρω της έχει θέσει, ν’ αφεθεί ακάλυπτη όπως βρεθεί ενώπιον του Εαυτού της, και αντικρίσει τις διαβρώσεις, την εξασθένηση, που το ένδυμα το οποίο φορούσε της προκάλεσε, και μόνον έτσι όταν η υπόσταση γυμνή και ακάλυπτη βρεθεί ενώπιον του Εαυτού της, μπορεί να βρεθεί το ίδιο ακάλυπτη και ενώπιον του Πατρός της.
Κανείς άλλος τρόπος δεν υπάρχει για να πραγματοποιηθεί αυτό. Όλοι οι άλλοι τρόποι προκαλούν μια απογύμνωση ενός μέρους και μόνο της Πνευματικής υπόστασης και μετ’ ολίγον το τμήμα αυτό ενδύεται και πάλι εκ νέου με νέα ενδύματα παθών κι ελαττωμάτων. Απαραίτητη η απογύμνωση της Πνευματικής υπόστασης, όπως το ένδυμα το βαρύ, το ένδυμα το ρυπαρό, που αιώνες την περιέβαλλε, αποσυντεθεί και διαλυθεί και κατακαυθεί διά του Θείου Φωτός.
Ο άνθρωπος καλείται να επιστρέφει στον Πατέρα διαμέσου της Χριστικής Χάριτος, καλείται, δηλαδή, να φέρει, να κυοφορήσει εντός του τον Λόγο. Πρέπει να παραχωρήσει στο Λόγο το κατάλληλο εκείνο ένδυμα, με το οποίο μπορεί να περιπατήσει και το ένδυμα αυτό είναι Φως και δονήσεις Θείες, είναι Θεία Αγάπη, είναι Άπειρη Κατανόηση, είναι Άπειρο Έλεος, Το ένδυμα αυτό δεν υπόκειται στη φθορά, δεν υπόκειται στην αλλοίωση, είναι Αιώνιο και Απέραντο, ως Απέραντος και Απεριόριστος είναι και ο Λόγος.
Υψηλός ο προορισμός του ανθρώπου της γης, μακρύς και ανηφορικός ο δρόμος από κει που εξέπεσε.
Η Αρμονία θ’ αποκατασταθεί, οι εκπορευθέντες από τον Πατέρα Λόγοι, αποσπασθέντες από την Ενότητα του Λόγου, προκάλεσαν τη δυσαρμονία. Η Θεία Νομοτέλεια ετέθη άμεσα, χωρίς καμία χρονοτριβή σε ενέργεια, σε λειτουργία και βάσει αυτής της Θείας Νομοτέλειας, που τείνει πάντα να επαναφέρει την Τελειότητα, την Ισορροπία και την Αρμονία, οι αποσπασθέντες Λόγοι, που εξέπεσαν και κατέστησαν ανθρώπινες και γήινες μόνον υποστάσεις, έχουσες όμως πάντα μέσα τους τη Θεία Ουσία, θα εκδυθούν τη γήινη υπόσταση και θα παραμείνουν Θεία Ουσία και βοηθούμενοι από τον Άναρχο Λόγο, τον αεί υπάρχοντα εν τω Πατρί, θα επιστρέψουν ως Λόγοι και αυτοί στη μία Ενότητα, του Ενός Λόγου, του αεί υπάρχοντος και ταυτόχρονα θα ευρεθούν και εν τω Πατρί.
Η Θεία Νομοτέλεια αυτό απαιτεί, η εξέλιξη του ανθρώπου δεν μπορεί παρά να έχει μία πορεία ανάλογη με αντίθετη βέβαια φορά, με την κάθοδό του. Η υπόσταση απεκδυθείσα κατά πρώτον την εντελώς υλική κατάσταση, θα δονηθεί σε υψηλότερες Πνευματικές δονήσεις και θα κατανοήσει περισσότερο την ανάγκη της επιστροφής, χωρίς όμως ακόμη να θυμάται ότι υπήρξε κάποτε μέσα στην Ενότητα του Λόγου.
Αφαιρώντας συνεχώς η υπόσταση από πάνω της στρώματα ύλης, θα προχωρεί και σε ανώτερα πεδία και θα γνωρίζει λίγο – λίγο, με τη βοήθεια του Πατέρα, την Αλήθεια, καθώς και τη Θεία Καταγωγή. Δεν θα μπορεί ν’ ανεχθεί τους περιορισμούς της ύλης, δεν θ’ αποδέχεται την καθήλωση της προσωπικότητας και του «εγώ», δεν θ’ αναγνωρίζει πρόσωπα, δεν θ’ αναγνωρίζει διαχωρισμούς και ατομικότητα, θ’ αναγνωρίζει μόνο Ένα, τον Άναρχο Λόγο, που θα επιθυμεί να ενδυθεί, για να μπορέσει να εισχωρήσει εντός Αυτού.
Οι ανθρώπινες μονάδες άπασες Λόγοι θα καταστούν ενούμενοι και εισχωρούντες στον Ένα Λόγο. Η ανθρωπότητα άπασα περικλεισθείσα στο Λόγο τον Ένα, θα οδηγηθεί στον Πατέρα. Η Ενότης είναι η Αρμονία, ο διαχωρισμός η δυσαρμονία.
Αυτή την εποχή, σ’ αυτή την Κοσμική περίοδο της γης, αρχίζει να πραγματοποιείται η ένωση ανθρώπινων μονάδων, που τελειοποιούμενες θα φθάσουν να ενδυθούν Λόγον, μες στον Ένα Λόγο. Αυτή την εποχή η ένωση κάνει αρχή, η Δημιουργία, που ο άνθρωπος μέχρι τώρα την παραποίησε, ξαναβρίσκει τη σωστή της έκφραση, ξεδιπλώνεται και ολοκληρώνεται εντός του Λόγου, εντός του Πατρός.
Ύψιστη διδαχή εκ του Ανάρχου Λόγου, που σε εισχωρεί, Άνθρωπε, στο Μυστήριο της Δημιουργίας σου, στο Μυστήριο της Εκπόρευσής σου, που σου καταδεικνύει, Άνθρωπε, αυτό που ήσουν και αυτό που θα φθάσεις. Ανάβλεψε, Άνθρωπε, ο Λόγος εκχέει. Προετοίμασε το σκήνωμά σου, κατάστησέ το ικανό εισδοχέα Θείων δονήσεων, εφοδιάσου ή και τελειοποίησε τον Πνευματικό μηχανισμό και τις ικανότητες, με τις οποίες μπορείς να μεταφέρεις και να μετατρέπεις τις Θείες δονήσεις σε εκφράσεις γήινες, χωρίς να περιορίζεις όμως ουδόλως τη Θεία τους επενέργεια, το Θείο δυναμικό τους.
Άνθρωπε, ο Λόγος εκχέει, σε καλεί, όπως καταστείς Λόγος και αποτελέσεις τμήμα του Ενός Λόγου, του αεί Υπάρχοντος, όπως βρεις την Αιωνιότητα εν τω Πατρί σου.
