…Ξεπρόβαλε απ’ τα σκοτάδια του παρελθόντος άπειρου Χρόνου. Πέταξε τα φτηνά αυτοσχέδια εργαλεία του μπρος στα σκονισμένα πόδια του κι έμεινε κει, με το κεφάλι βαρύ, σκεφτικός να τα παρατηρεί. Τίποτε πια δεν μπορούσαν να του προσφέρουν.
Τα εργαλεία του περιορισμένα όσο και η αντίληψή του, δεν μπόρεσαν ποτέ να του προσδώσουν την απαραίτητη ευκινησία με την οποία θα μπορούσε να τιναχτεί για να καβαλικέψει τους κεραυνούς των Θείων Ιδεών, να δαμάσει την ασύλληπτη ταχύτητα του καλπασμού τους, και να μπορέσει να εξερευνήσει τους άγνωστους κόσμους της Άπειρης Γνώσης μέσα στον Εαυτό του. Κι έμεινε με τα μάτια καρφωμένα στη γη, να ψάχνει τη Γνώση πότε στα έγκατα του πλανήτη κι άλλοτε στις χιονισμένες βουνοκορφές. Εδώ προσπαθούσε να επιβιώσει κι εκεί αναζητούσε να γνωρίσει το μέλλον στις κινήσεις των αστέρων μες στη μικρή οπτική γωνία τ’ ουρανού του.
Το πείραμα…, τ’ αποτέλεσμα…, το πόρισμα, όλα με άξονα τα φυσικά φαινόμενα της γης. Μ’ αυτά τα εργαλεία προσπαθούσε να συλλάβει ιδέες απειρότητας κι όταν χανόταν στις αχανείς αβύσσους του Θείου Νου, αποφαινόταν με το σύνηθες στομφώδες ύφος τού παντογνώστη ζηλωτή της εμπειρίας…, Μηδέν! Το Απόλυτο εξακολουθούσε να μην έχει καμιά σημασία γι’ αυτόν που δεν μπορούσε να το κατανοήσει.
Ο ανθρώπινος νους, επαίτης του πειράματος, διδάχτηκε διαμέσου των αιώνων από την ύλη, τα φαινόμενα και τις αξίες της κι έμαθε ν’ αναγνωρίζει εκείνο το κομμάτι της Αλήθειας που η φτωχή, περιορισμένη Γνώση του πειράματος του αποκάλυπτε.
Η εξέλιξή του αργή, προδίδει τη δυσκινησία της αντίληψής του που τον ανάγκασε ν’ αντιλαμβάνεται τη ζωή σε ό,τι κινείται μέσα στα στενά όρια της δικής του συλληπτικής ικανότητας. Πέρα από κει, Μηδέν.
Ήρθε, λοιπόν, κοντά του μια ανήσυχη σκέψη κι άρχισε να τον τριβελίζει. Τι είναι το Μηδέν; Πιεσμένος, σήκωσε αγανακτισμένα τα χέρια και φώναξε: «Τι περιμένεις από μένα να σου πω; Είναι Μηδέν. Πώς να σου το πω; Είναι τίποτα. Δεν έχει ζωή. Η ανυπαρξία. Και τέλος πάντων, τι θέλεις να σου πω για κάτι που απ’ αυτό δεν μπορεί τίποτα να δημιουργηθεί χωρίς αιτία, ώστε να αυξηθεί και να σχηματίσει μονάδα; Κατάλαβες; Η μονάδα είναι η αρχή κάθε ανάπτυξης που μπορεί εξελισσόμενη να φτάσει στο Άπειρο. Αν δεν υπάρχει μονάδα, είναι Μηδέν».
Όμως η ανησυχία της σκέψης δεν είχε ακόμη ικανοποιηθεί και κίνησε προβληματισμένη να ψάξει σε άλλα διαμερίσματα του νου:
«Είναι η αρχική στάση, το απαραίτητο εκείνο επίπεδο, επί του οποίου δύναται πάσα αρχή να λάβει την έναρξή της και εξελισσόμενη ν’ αναπτυχθεί απείρως».
Αυτός ο γκριζομάλλης μεσήλικας μιλούσε με τόσο στόμφο, που η ανήσυχη σκεψούλα τα χρειάστηκε, όμως η ταραχή της δεν κράτησε για πολύ. Αμέσως αυτός ο απορροφημένος επιστήμονας με τα ανάκατα μαλλιά έσκυβε ελαφρά το κεφάλι ζαρώνοντας τα φρύδια και με χαμηλωμένη τη φωνή συμπλήρωνε: «χωρίς όμως να έχει βρεθεί με ποιον τρόπο δύναται εκ του μηδενός να προέλθει εξέλιξις».
Οι θεωρίες που μέχρι σήμερα διατυπώθηκαν από τους μελετητές και τους επιστήμονες, δεν μπόρεσαν ν’ αποδώσουν την πραγματική ταυτότητα του μηδενός, για τον απλούστατο λόγο ότι η αφετηρία τους υπήρξε πάντα η αναγκαιότητα μιας βάσης, από την οποία θα μπορούσε κάθε αρχή να βρει την αιτία της έναρξής της στο μηδέν, με αποτέλεσμα να απομακρυνθούν από την αληθή αντίληψη του μηδενός, χωρίς έτσι να μπορέσουν ποτέ να αισθανθούν την απελευθέρωση της ορθής λύσης για το άλυτο τούτο Μυστήριο. Η ανθρώπινη Σοφία δικαιώθηκε και πάλι από τα τέκνα της.
Ό,τι φθάνει στο Μηδέν καθίσταται Άπειρο, κι έτσι μπορούμε να πούμε ότι το Μηδέν ισούται με το Άπειρο ή καλύτερα πως κάθε ανάπτυξη αρχής η οποία φθάνει στο Άπειρο έχει αποτέλεσμα το Μηδενισμό της.
Εκπλήσσεστε; Μήπως ταράζεστε ή αδημονείτε; Αλλά επικαλούμαι την υπομονή σας, που θα μου δώσει το δικαίωμα ν’ αναπτύξω αυτή τη Νέα Αρχή περί του Μηδενός, τη νέα διάσταση στην έννοιά του, καθώς και τον τρόπο μέσω του οποίου μπορώ ν’ αποδείξω αυτή την αρχή.
Η όλη πορεία της εξέλιξης την οποία ο ανθρώπινος νους παρουσίασε διαμέσου των αιώνων, στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ικανότητά του να συλλαμβάνει ιδέες – ικανότητα που αποτέλεσε τη βάση του σχηματισμού κάθε έννοιας ή αντίληψης ή θεωρίας που εκφράστηκαν ανά τις εποχές.
Επομένως, εφόσον η αρχή κάθε θεωρίας περί του Μηδενός βρίσκεται στην αναπτυσσόμενη συλληπτική των ιδεών ικανότητα του ανθρώπου, της οποίας η εξελικτική πορεία την καθιστά περιορισμένη ως προς το Τέλειο, κάθε αποτέλεσμα το οποίο προήλθε απ’ αυτές τις θεωρίες είναι ανάλογα περιορισμένο ως προς την αρχή από την οποία σχηματίστηκε. Τι εννοώ;
Οι λέξεις οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν ανά τις εποχές ήταν και είναι σύμβολα τα οποία συγκέντρωσαν έννοιες που η ανθρώπινη διανόηση συνέλαβε κατά το μέτρο των εκάστοτε ανά τους αιώνες δυνατοτήτων της. Έτσι η λέξη αλλά και το σύμβολο που εκφράζουν ή αντιπροσωπεύουν, πάντα ως προς την ανθρώπινη αντίληψη, το Μηδέν, χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου ν’ αποδώσουν αυτήν ακριβώς την αντίληψη των ανθρώπων, σύμφωνα με την οποία θέλησαν να παραστήσουν το άνευ ζωής, το μη κινούμενον, το άνευ ουδεμίας απολύτως αξίας και σημασίας, το οποίο θεώρησαν Μηδέν, το για τους ανθρώπους τίποτε απολύτως υπαρκτόν.
Θ’ αναζητήσω τις ρίζες της πέρα από τη γραμματική σας. Στοιχειώδης αντίληψη είναι απαραίτητος σύμμαχος στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε μ’ έναν άλλο τρόπο την έννοια που αναδύεται από την ανάλυση της λέξης «Μηδέν», η οποία, ούσα σύνθετος, αποτελείται από δύο αρνήσεις, των «Μη» και «δεν», οι οποίες σύμφωνα με τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού αποτελούν κατάφαση. Τόσο το «μη» όσο και το «δεν» πάντα προτίθενται του ρήματος, δηλαδή της ενέργειας, προκειμένου να την αναιρέσουν. Όταν όμως προστίθενται μαζί πριν από την ενέργεια, αλληλοαναιρούνται, κι έτσι η ενέργεια του ρήματος παραμένει αναλλοίωτη σαν να μην υπέστη ποτέ καμία άρνηση.
Εδώ η ανθρώπινη Σοφία οδηγείται σε μια απλή ανάλυση, για να καταβαραθρώσει τα αποτελέσματα των συλλήψεών της, αναγκασμένη ν’ αποποιηθεί τις πεποιθήσεις μιας ολόκληρης πορείας, να επανεξετάσει τις θεωρίες της, ν’ αποκαταστήσει το βαθμολογικό της σύστημα και να ελέγξει πάλι τις ρίζες της, που ανέκοψαν την πορεία τους στο σκληρό έδαφος του υλικού πεδίου, απ’ όπου λάμβανε μέχρι σήμερα τα ερεθίσματα, μέσω των οποίων οδηγήθηκε σε στείρα συμπεράσματα πάνω στα οποία οικοδόμησε τα δυσκίνητα, περιορισμένα κατεστημένα της.
Καμία σχέση, λοιπόν, μεταξύ της λέξης και της έννοιας που οι άνθρωποι συνόψισαν σ’ αυτήν. Η αληθής έννοιά της άπειρη, προσαρμόστηκε στ’ ανθρώπινα μέτρα που την παρουσίασαν σύμβολο ευτελών, μηδαμινών και ανάξιων πραγμάτων.
Αλλά επικαλούμαι και πάλι την πείρα σας να αποφανθεί περί της αντιλήψεως περί του Μηδενός. Εφόσον αποδέχεστε την έλλειψη ενέργειας, την παθητική αυτή κατάσταση που αποδίδετε στο Μηδέν, με ποιον τρόπο μπορείτε να εξηγήσετε την αλληλοαναίρεση των αρνήσεων που εκφράζει κίνηση και ενέργεια, καθώς και τη δυνατότητα του Μηδενός να καθορίζει την Απειρότητα της Μονάδας; Με άλλα λόγια, εφόσον το Μηδέν είναι μηδέν, έτσι όπως η περιορισμένη ανθρώπινη λογική το εννοεί, γιατί υπάρχει διαφορά μεταξύ μονάδας και εκατομμυρίου, ή δισεκατομμυρίου, ή τρισεκατομμυρίου, τετράκις, επτάκις, δεκάκις, μέχρι του υποτιθέμενου Απείρου σας;
Η αλληλοαναίρεση των αρνήσεων που υφίσταται στο Μηδέν, καθιστά το Μηδέν ουδέτερο, απόλυτο κενό κάθε Αρχής και εκδήλωσης Ζωής ή οποιασδήποτε άλλης κίνησης σ’ αυτό, ούτως ώστε το Μηδέν καθίσταται Απόλυτο, απλά γιατί δεν περιέχει τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό το Απόλυτο Μηδέν και ως Απόλυτο είναι Άπειρο. Επομένως, δεν μπορούμε να βρούμε τα όριά του ή την αρχή από την οποία εκκινείται, γιατί στο Μηδέν δεν γεννάται καμία αρχή ανάπτυξης και συνεπώς κανένα αποτέλεσμα. Αφετέρου, δεν μπορεί κανείς να βρει την έναρξή του, ή τη Γενεσιουργό Αρχή του και όπως αντιλαμβάνεστε, το Μηδέν είναι Άνευ Αρχής και Τέλους, αυθύπαρκτο και αΐδιο και περιέχει σ’ αυτό κάθε αρχή και αιτία, αναιτίως εκκινουμένη.
Ως Απόλυτο, ταυτίζεται με την Αρχή όλων των αρχών, το Θεό, απ’ όπου κάθε αρχή χωρίς αιτία προήλθε, και εφόσον ο Θεός δημιούργησε από το Μηδέν κάθε αρχή η οποία αναπτυσσόμενη βαδίζει προς το Άπειρο, καθετί που δεν βρίσκεται ούτε στο Μηδέν ούτε στο Άπειρο είναι σε εξέλιξη και συνεπώς μικρότερο του Μηδενός ή του Απείρου.
Μείζον πάντων το Άπειρο Μηδέν απ’ το οποίο τα πάντα προήλθαν, και ως περιέχον κάθε αρχή από την οποία απέρρευσαν οι άπειρες εκδηλώσεις των μορφών οντοτικής ζωής, είναι η Άπειρη Εστία της Απόλυτης Δύναμης του Όντος από την οποία δημιουργήθηκαν και τροφοδοτούνται όλα τα εν ζωή άψυχα και έμψυχα δημιουργήματα της Ακατάληπτης και Αδιανόητης Νοημοσύνης του Υπέρτατου Όντος του Θεού.
Αρχής εκκινουμένης εκ του Μηδενός, το Μηδέν λαμβάνει αύξηση και παρουσιάζεται ως μονάδα ή σύνολο μονάδων, διότιως περιέχον το Άπαν η αύξησή του φέρει σε εκδήλωση όλα τα απειράριθμα άπειρα που το Όλον περιέχει και σύμφωνα με αυτή την Αρχή μπορούμε να πούμε ότι κάθε Άπειρο που δεν συνθέτει το Όλον είναι μικρότερο του Μηδενός. Και αν αποδεχθούμε το Άπειρο στην ευρύτατη έννοιά του ως άπαν,τότε το Άπειρο ταυτίζεται με το Μηδέν, ως περιέχον όλα τα περιεχόμενα στο Όλον.
Εάν, λοιπόν, πούμε πως σήμερα το Όλον υπάρχει και κινείται σε ανάλυση με την αύξηση του Μηδενός, που δηλώνει τη διάσπασή του στα άπειρα που περιέχονται στο Μηδέν, τότε θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε πως ολόκληρη η Δημιουργία προήλθε από το σχηματισμό των θετικών και αρνητικών απείρων, τα οποία περιέχονται στο Μηδέν σε απόλυτη ενότητα και ουδετερότητα. Επομένως η έννοια του Μηδενός ως απολύτως υπαρκτή κατάσταση βρίσκεται μόνο στην Απόλυτη και Ακένωτη Πηγή του Δημιουργικού Λόγου, ο οποίος δημιούργησε τους Σύμπαντες Κόσμους με αύξηση του Ιδίου Εαυτού Του, που έφερε το Μηδέν σε ανάπτυξη αριθμητικής και γεωμετρικής προόδου, σε αμφότερες τις κατευθύνσεις των θετικών και αρνητικών απείρων.
Εδώ εύλογα θα αναρωτηθείτε: Εφόσον από τη διάσπαση του Μηδενός προήλθαν τα θετικά και τα αρνητικά άπειρα από τα οποία δημιουργήθηκαν οι Σύμπαντες Κόσμοι και αφού αρχής εκκινουμένης εκ του Μηδενός το Μηδέν παρουσιάζεται ως μονάδα ή σύνολο μονάδων, το Μηδέν εξακολουθεί να υφίσταται και πώς;
Η κουρασμένη λογική σηκώνει τα χέρια. Με παρακαλεί να εξηγηθώ. Δεν το αρνούμαι. Ο Δάσκαλος είναι πάντα πρόθυμος να βοηθήσει, να εξηγήσει, να κατευθύνει.
Θα επανέλθω στις ρίζες της εκπαίδευσής σας, ζητώντας από σας να μου δώσετε μία μονάδα. Ωραία λοιπόν! Έχουμε τη μονάδα (1). Ας μετρήσουμε μαζί: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, και; Τι είναι το δέκα; Μέχρι τώρα το γράφατε με μία μονάδα κι έναν κύκλο, το σύμβολο του Μηδέν, κι είχατε δέκα. Πώς είναι δυνατόν η μονάδα ν’ αυξάνεται σε δεκάδα με την απλή προσθήκη ενός συμβόλου άνευ σημασίας; Αφετέρου, εάν αποδεχθούμε το Μηδέν σύμφωνα με τη νέα αντίληψη ως Απόλυτο Άπειρο, αρνούμαστε την πρόοδο ανάπτυξης που υφίσταται από το εννέα μέχρι το Άπειρο.
Είναι καταφανές, λοιπόν, πως το σημείο το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να συμβολίσει το Μηδέν στη γραφική του αναπαράσταση αποδεικνύεται ατυχές, γιατί ως κύκλος καταλαμβάνει συγκεκριμένο χώρο έστω και άχωρα στο Άπειρο, ούτως ώστε να είναι δυνατή η μέτρησή του ακόμη και με την πρόσθεση απείρων. Αντιδράτε; Παρακαλώ προσέξτε ιδιαίτερα στο σημείο αυτό, σας δίνω Νόμο.
Καθετί που δύναται να λάβει οποιαδήποτε μέτρηση μέχρι απείρου είναι μικρότερο του Μηδενός και είναι αδύνατο να βρεθεί διαφορετικά πως το Μηδέν στην Απόλυτη κατάστασή του, παρά μόνο σ’ Αυτόν το Θεό, ο οποίος ως Περιέχων όλα τα εν Ζωή, τη Ζωή και την Ανυπαρξία ακόμη, περιέχει το Απόλυτο Μηδέν, ως η Ακένωτη και Ακατάσχετη Δημιουργός Δύναμη, η Αδιάβλητη και Ανεξάντλητη Πνευματική Εστία που τροφοδοτεί αέναα κάθε δημιούργημα και το ανελίσσει προς το Άπειρο Τέλειο, ώστε τελειοποιούμενο να ενωθεί με το Απόλυτο Χαώδες Όλον του Θεού, που άχωρα καταλαμβάνει και περιέχει το Άπαν.
Μπορείτε συνεπώς με έναν κύκλο να συμβολίσετε μία ενότητα πραγμάτων ή καταστάσεων, χωρίς όμως και πάλι να μπορείτε να την εκλάβετε ως το Άπαν το οποίο περιέχει απειράριθμες συστοιχίες ενοτήτων καταστάσεων και πραγμάτων και ποικιλία μορφών και εκδηλώσεων Ζωής και είναι ν’ απορεί κανείς πώς ενώ το γράφετε σωστά, το λειτουργείτε σωστά, το αντιλαμβάνεστε λανθασμένα.
Το δέκα λ.χ. είναι μία (1) ενότητα (0). Το είκοσι είναι δύο (2) ενότητες (0) και ούτω καθεξής. Πώς όμως το δέκα (10) γίνεται εκατό (100) ή χίλια (1000) αφού η μονάδα παραμένει αναλλοίωτη, χωρίς να καθορίζει περισσότερες από τις ενότητες που αριθμεί; Απλά είναι η ενότητα στη δευτέρα (02) που ανάγει το δέκα σε εκατό, δηλαδή ενότητα επί ενότητα (0 x 0 = 00) άρα 10 x 10 = 100 και πάλι στον κύβο (03), δηλαδή ενότητα επί ενότητα επί ενότητα (0 x 0 x 0 = 000), άρα 10 x 10 x 10 = 1000 και ούτω καθεξής σε κάθε αρίθμηση ενοτήτων (20, 30, 50, 90 κλπ.).
Ποιο είναι, λοιπόν, το σύμβολο του Μηδενός; Με ποιο σύμβολο θα μπορούσαμε να παραστήσουμε την Απειρότητα του Απολύτου Μηδενός χωρίς να το περιορίσουμε, αλλά ταυτόχρονα να μπορέσουμε να συγκεντρώσουμε σ’ αυτό το Άπαν; Ιδού!
Εάν πάρουμε ένα σημείο στο Άπειρο ως Αρχή και το προεκτείνουμε σε τέσσερις κατευθύνσεις προκειμένου να σχηματίσουμε με μία γραφική αναπαράσταση τις γραμμές των θετικών και των αρνητικών απείρων, των πνευματικών και των υλικών, θα σχηματίσουμε αναπόφευκτα το σημείο του Σταυρού ( + ), το οποίο αποτελούμενο αποκλειστικά από ευθείες γραμμές, μπορεί προεκτεινόμενο να εξελιχθεί απείρως χωρίς να λάβει καμία μέτρηση, παρά μόνο αυτή του Απόλυτου Απείρου, με αποτέλεσμα να μπορεί να παραστήσει το Άπαν σε όλη του την Αχανή και Ασύλληπτη έκταση.
Εάν πάρουμε εκ νέου το σημείο από το οποίο προεκτάθηκαν οι άπειρες ευθείες ως αρχή και προσπαθήσουμε να σχηματίσουμε κύκλο, ο οποίος θα μπορεί να καταλαμβάνει το Άπαν, ο κύκλος αυτός για να μπορέσει να σχηματιστεί θα πρέπει κάποτε να καταλάβει ένα συγκεκριμένο χώρο στο Άπειρο, ειδάλλως θ’ ακολουθεί αενάως τις ευθείες οι οποίες δεν έχουν τέλος, χωρίς να μπορέσει ποτέ να σχηματίσει την περιφέρειά του.
Με βάση, λοιπόν, αυτή τη νέα αντίληψη περί του Μηδενός,θα πούμε πως το Μηδέν μπορεί διασπώμενο και προεκτεινόμενο προς κάθε κατεύθυνση να εκφραστεί ως Μονάδα ή σύνολο μονάδων, ενώ ταυτόχρονα να παραμένει αναλλοίωτο ως περιέχον όλα τα εξ αυτού προερχόμενα. Και είναι δυνατόν να κατανοηθεί πολύ εύκολα,εάν αντικαταστήσετε στη Συνείδησή σας το παλαιό σύμβολο του Μηδενός, τον κύκλο, με το νέο σύμβολο του Σταυρού που είναι Απόλυτο, διότι μπορεί να υπάρχει καθώς προεκτείνεται αενάως στο Άπειρο. Ενώ αντίθετα το σημείο του κύκλου για να γίνει υπαρκτό και αντιληπτό θα πρέπει να καταλάβει ένα συγκεκριμένο χώρο στο Άπειρο, χωρίς έτσι να μπορεί ν’ αντιπροσωπεύσει το Όλον, μιας και δεν θα μπορεί να συμπεριλάβει την απειρότητα που εξακολουθεί να υφίσταται έξωθεν του κύκλου.
Είμαι βέβαιος πως ο αγύμναστος νους σας έχει ήδη κουραστεί από την προσπάθεια να συλλάβει τις έννοιες που αναπτύσσω, μα δικαιολογημένα, γιατί δεν είναι οπωσδήποτε εύκολο να μπορέσει κανείς να παρακολουθήσει την ανάλυση Άπειρων Ιδεών, εάν ο Δάσκαλος δεν έχει την ικανότητα να τις μεταφέρει με τρόπο προσιτό, με σαφήνεια και απλότητα, ώστε να είναι κατανοητός απ’ όλα τα επίπεδα εξέλιξης. Γι’ αυτό σας εμβαθύνω σε έννοιες που για πρώτη φορά παρουσιάζονται και κοινοποιούνται στη γη, έννοιες ασύλληπτες για τα ανθρώπινα κατεστημένα και όρια σύλληψης.
Μπορώ να σας διδάσκω με άπειρους τρόπους που θα σας βοηθήσουν να με παρακολουθήσετε μέχρι το τέλος.
Πόσους κύκλους μπορούμε να σχηματίσουμε απ’ το σημείο του Σταυρού; Πολλούς. Εάν υποθέσουμε ότι λαμβάνουμε τον ευρύτερο κύκλο τον οποίο και η πλέον καλπάζουσα φαντασία θα μπορούσε να συλλάβει, δεν θα μπορέσουμε και πάλι να περικλείσουμε σ’ αυτόν το Όλο. Το Μηδέν θα εξακολουθεί να υφίσταται ως περιέχον το Άπαν, αλλά και ταυτόχρονα εκδηλούμενο ως πολύμορφο και πολυσχιδές στον καταλαμβανόμενο χώρο της ενότητας του κύκλου, ως σύνολο καταστάσεων και όλων των εκδηλώσεων οντοτικής ζωής, που περιέχονται στους απειράριθμους κύκλους οι οποίοι μπορούν να σχηματιστούν από πολλά σημεία του Σταυρού, που αποτελούν αιτίες αναιτίως ενεργοποιούμενες για το σχηματισμό αρχών ανάπτυξης και προόδου. (Βλ. σχ.)

Η διαφορά, λοιπόν, μεταξύ της Ιδέας του Μηδενός και της αντίληψης που οι άνθρωποι διατήρησαν γι’ αυτήν, έγκειται ως προς τη σημασία που έχουν αποδώσει προς το Άπειρο, σημασία και έκταση που προήλθε από τη δυνατότητα του ανθρώπινου νου ν’ αντιλαμβάνεται τις απειρομεγέθεις διαστάσεις ανάπτυξης όλων των αρχών, οι οποίες μπορούν εξελισσόμενες να έχουν άπειρη πρόοδο, χωρίς όμως να μπορεί να τις κατέχει.
Η έννοια αυτή καθαυτή του Απείρου που σήμερα διατηρείται, δεν είναι παρά μία μερικότητα ενώπιον του Απολύτου Μηδενός, και ως εκ τούτου το Άπειρο όπως ο άνθρωπος μπορεί να το συλλάβει, αποτελεί και παριστά μία ασύλληπτη έκταση, ή μία απεριόριστη ανάπτυξη αρχής ως προς αυτό το περιορισμένο του νου και συνεπώς κάθε ασύλληπτη και απεριόριστη αρχή και ανάπτυξη από τους ανθρώπους προερχόμενη είναι περιορισμένη ως προς το Απόλυτο Μηδέν.
Άπειρα τα πεδία τα περιέχοντα τις διάφορες μορφές οντοτικής ζωής. Άπειρες οι αρχές οι οποίες εκκινούνται από το Μηδέν και δημιουργούν ασύλληπτες στη μέτρησή τους συστοιχίες ενοτήτων και όλα αυτά περιέχονται στο Άπαν του Μηδενός.
Και τώρα θα ρωτήσετε: «Μήπως μας μιλάτε για το Θεό;». Όχι, αλλά μάλλον για μια μόνο εκδήλωση του Θεού, γιατί ο Θεός υπήρχε πριν του Μηδενός, κι είναι ο Μέγιστος και περιέχει κι αυτό ακόμη το Μηδέν! Εδώ και ο πλέον εξελιγμένος νους αδυνατεί να συλλάβει και να κατανοήσει. Μόνο υψώνει τους οφθαλμούς και αναφωνεί: ΘΕΕ ΜΟΥ ΑΚΑΤΑΛΗΠΤΕ!
