Δάσκαλος Ε. Μάτσα
Πίσω από τους τοίχους του πύργου που έχτισα γύρω μου, πίσω απ’ αυτή τη μάσκα που έβαλα στο πρόσωπό μου για να κρυφτώ απ’ τον εαυτό μου, βρίσκεται ένα παιδί.
Ναι, ένα παιδί! Όμως αυτό δεν είναι ένα ξέγνοιαστο παιδί, που χαίρεται και παίζει με οτιδήποτε του κινήσει το ενδιαφέρον. Δεν είναι το μικρό παιδί που τρέχει δίχως να ζητά να φτάσει το τέρμα, δεν είναι ένα παιδί που βρίσκεται μέσα στην παιδικότητα και την ανεμελιά της ηλικίας του.
Αυτό το παιδί είναι διαφορετικό. Βρίσκεται φαινομενικά μέσα σ’ ένα σκήνωμα, το οποίο είναι αρκετά μεγαλύτερο της ηλικίας του. Αυτό το λέω γιατί τώρα που άνοιξα τις πύλες της ψυχής μου αντίκρισα αυτό το παιδί. Είναι δεν είναι 12 χρονών. Δεν ξέρω αν είναι κορίτσι ή αγόρι. Άλλωστε δεν μπορώ να διακρίνω φύλο, γιατί άλλοτε μου παρουσιάζεται σαν αγόρι κι άλλοτε σαν κορίτσι. Άλλοτε πάλι παίρνει μία έκφραση, η οποία θα έλεγα πως διόλου με ανθρώπινη δεν μοιάζει, καθώς ειλικρινά σκύβω το κεφάλι όταν αντικρίζω το βλέμμα του.
Αυτό το παιδί που υπάρχει μέσα μου και αναπτύσσεται, δεν μοιάζει με τα παιδιά της κοινωνίας των ανθρώπων. Γιατί; Γιατί αυτό το παιδί είναι ένα παιδί φυλακισμένο. Ένα παιδί που θέλει να βγει από τα κάγκελα της φυλακής του και που δεν του έδωσα ποτέ την ελευθερία του. Ένα παιδί που είναι γαντζωμένο στην πόρτα με τη βαριά κλειδαριά και περιμένει να του ανοίξω να βγει.
Από τότε που το γνώρισα δεν είπε ποτέ μία λέξη, μόνο στα μάτια με κοιτούσε σα να μου ’λεγε: “Άνοιξέ μου, ελευθέρωσέ Με. Έχεις το κλειδί εσύ”.
Μα εγώ δεν έδινα σημασία, γιατί πίστευα πως δεν υπήρχε παιδί μέσα μου, πως ήταν της φαντασίας μου, και πως εγώ ήμουν ενήλικη και ώριμη και μπορούσα ν’ αντιμετωπίσω τα πάντα μέσα απ’ τη Λογική, την οποία είχα καλλιεργήσει με διάφορους τρόπους κατά τη διάρκεια της ζωής μου.
Έτσι αγνοούσα την ύπαρξη του φυλακισμένου παιδιού που μεγάλωνε μέσα μου. Έως ότου έφτασε 12 χρονών. Κάποτε, όταν η ζωή που ζούσα με τσάκισε, όταν άρχισα να βλέπω πως οι ιδέες που πρέσβευα και ακολουθούσα δεν μου έδιναν φτερά για να αισθανθώ την ελευθερία, όταν μέσα απ’ τα αλλεπάλληλα κύματα της τρικυμίας της άρνησης κατάλαβα πως κανένας άνθρωπος με οποιοδήποτε γήινο αξίωμα δεν μπορούσε να μου προσφέρει την αληθινή ελευθερία, την Αγάπη και την Ειρήνη, όταν κι εγώ μέσα από τις εμπειρίες μου κατάλαβα πως ήμουν έρμαιο των καταστάσεων, εξαρτώμενη από τις πάσης φύσεως τάσεις της εποχής, απ’ τις εκάστοτε μεταρρυθμιστικές επαναστάσεις και ιδεολογίες, που η μία έφερνε μεγαλύτερο αδιέξοδο απ’ την προηγούμενη, τότε κατάλαβα. Και το θυμήθηκα, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά για να μάθω γιατί ήταν φυλακισμένο και από ποιον. Και περισσότερο ποιο ήταν και τι σχέση είχε με μένα.
Προσπάθησα, λοιπόν, να εισχωρήσω μέσα στην ψυχή μου για να του μιλήσω. Μάταια όμως. Δεν μπορούσα να το βρω. Περνούσα μέσα από λαβύρινθους, από σκάλες σκονισμένες και αραχνιασμένες, από μονοπάτια στενά. Αδύνατον, δεν το έβλεπα πουθενά, ούτε όμως και τη φυλακή που μέσα ήταν κλεισμένο. Περίεργο είπα. Κάποτε ήταν εδώ. Τι να έγινε άραγε;
Μια σιωπή ακολούθησε. Και τότε είδα μπροστά μου μία σκάλα. Μία σκάλα με μεγάλα σκαλοπάτια. Κάτι μ’ έσπρωξε να την ακολουθήσω. Τράβηξα κατά ’κει. Κι ανέβαινα, κι ανέβαινα… Η ελπίδα μου να βρω το φυλακισμένο παιδί, μα και η λαχτάρα μου να δω το πρόσωπο και το βλέμμα του όλο και μεγάλωνε. Ξαφνικά απ’ την κούραση σταμάτησα. Κάθισα κάτω απελπισμένη κι έκλαψα. Αναρωτήθηκα γιατί έκλαιγα, τι μου συνέβαινε; Πού είναι το φυλακισμένο παιδί να το ελευθερώσω;
Να το ελευθερώσω! Γιατί αλήθεια; Ίσως γιατί ένιωσα κι εγώ φυλακισμένη. Ένιωσα κι εγώ τα κάγκελα της φυλακής του μέσα στην ψυχή μου.
Γιατί όμως δεν το έβρισκα; Μήπως ήμουν εγώ το παιδί αυτό, μήπως εγώ φυλάκισα αυτό το κομμάτι του εαυτού μου μέσα στα σκοτεινά κελιά της φυλακής του νου μου;
Μα ναι! Βέβαια! Εγώ ήμουν το παιδί αυτό! Κι αφού έκανα αυτή τη διαπίστωση, είπα να γνωρίσω καλύτερα αυτό το παιδί που είμαι, που δεν είναι ούτε αγόρι ούτε κορίτσι.
Αρχίζω να το φέρνω στη φαντασία μου, γιατί εξωτερικά δεν έχω τη μορφή παιδιού. Έτσι προσπάθησα να το δω με τα μάτια της ψυχής μου.
Και ναι! Είναι ένα παιδί σκεφτικό. Πολύ σκεφτικό. Στο βλέμμα του βλέπω μία θλίψη, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι τόσο καθάριο και φωτεινό. Ποτέ του δεν έπαιξε με παιχνίδια. Η μόνη του απασχόληση ήταν η σκέψη, η σκέψη για την ύπαρξη και η ελευθερία του από τα δεσμό που του επέβαλα. Όταν κοιτούσε τον κόσμο γύρω του αισθανόταν πολύ μακριά απ’ αυτόν, αλλά ταυτόχρονα και μέσα του. Δεν του άρεσαν αυτά που έκαναν οι δήθεν μεγάλοι κι ελεύθεροι, αλλά δεν τους έκρινε, δεν τους κακολογούσε. Απλά ήλπιζε. Ήταν το παιδί ελπίδα. Πάντα ζούσε με μια ελπίδα στην καρδιά του, να δει τον κόσμο ν’ αλλάζει, να εξελίσσεται, να ομορφαίνει. Όχι πως εκείνο έβλεπε ασχήμια. Απλά ήθελε και οι άλλοι να αναγνωρίσουν την ομορφιά, τη μελωδία, το κάλλος που εκείνο έβλεπε με τα δικά του μάτια.
Πληγωνόταν και πονούσε, όμως όταν αντίκριζε την κακομεταχείριση, την εκμετάλλευση, τη βία, το διαχωρισμό, γιατί πίστευε αυτό το μικρό φυλακισμένο παιδί-αντίθετα απ’ ό,τι άκουγε απ’ τους μεγάλους πως δεν υπάρχουν αξίες-βαθιά μέσα του πίστευε πως υπάρχουν. Και μάλιστα πως η μεγαλύτερη απ’ όλες ήταν η Αγάπη ο Θεός. Πίστευε πως θα έρθει η μέρα να ζήσουν τα πάντα μέσα στην Αγάπη. Ήταν σίγουρο γι’ αυτό, κι ας ήταν φυλακισμένο και θλιμμένο πάντοτε. Ποτέ δεν σταμάτησε να πιστεύει στην Αγάπη, στην Ειρήνη, στην Αδελφοσύνη, στο Θεό.
Όμως αυτά που έβλεπε γύρω του το απογοήτευαν, το πονούσαν. Κι εκείνο ήλπιζε και περίμενε υπομονετικά και καρτερικά. Τίποτε άλλο σαν παιδί δεν το απασχολούσε, παρά μονάχα η Ελευθερία μέσα στη Χαρά της Αγάπης. Μιας Αγάπης που μέσα στη μικρή καρδούλα του φύλαγε σαν θησαυρό και περίμενε να δει μήπως κι έξω τη βρει, την αντικρίσει.
Έλεγε πως αν κανένας δεν βρεθεί στο διάβα του να του δείξει πως υπάρχει αγάπη, κάποτε θα κατάφερνε να σπάσει τα σίδερα της φυλακής του και θα ελευθερωνόταν για να μιλήσει γι’ αυτό το θησαυρό που έκρυβε μέσα στην καρδιά του.
Πάντα προσευχόταν στο Θεό Αγάπη για Ειρήνη στον Κόσμο, πάντα προσευχόταν να ανατείλει το Φως του Θεού στις καρδιές όλων των ανθρώπων, ώστε να μπορέσουν να δουν μέσα τους πως όλοι φυλάκισαν ένα παιδί, ένα παιδί Αγάπη, ένα παιδί Φως, ένα παιδί που όταν μεγάλωνε θα γινόταν ένα με τον Θεό που λάτρευε και πίστευε, ένα με την Αγάπη.
Εγώ είμαι αυτό το φυλακισμένο παιδί, το παιδί που αν και φυλακισμένο έχει τόση Αγάπη, που όχι μόνο φωτίζει το κελί του, αλλά και τον ήλιο ακόμη πιο λαμπερό τον κάνει.
Εγώ, λοιπόν, το παιδί αυτό, θ’ αποφυλακιστώ. Ναι! Θα βγω γιατί είμαι πλασμένο για την Ελευθερία, είμαι πλασμένο για Αγάπη, για Προσφορά και Φως.
Αυτό το παιδί της μοναξιάς και της σκέψης, αυτό το παιδί της θλίψης και του πόνου, είμαι. Αυτό που θα δυναμώσει απ’ την Αγάπη που υπάρχει μέσα στην καρδιά μου, γιατί αυτή η Αγάπη που το παιδί αυτό έχει, είναι αγνή, αγνή και καθαρή, είναι αληθινή. Κι επειδή το παιδί αυτό είναι πραγματικό μέσα μου, είναι αληθινό, γιατί τώρα το γνώρισα πραγματικά, θα το ελευθερώσω. Θα το ελευθερώσω, γιατί αυτό το παιδί που είναι γεμάτο Αγάπη θα με διδάξει να Αγαπώ, θα με διδάξει να συγχωρώ, θα με διδάξει πως αυτό κι εγώ Είμαστε Ένα. Ελευθερία, Αγάπη, Θεός. Γιατί εκείνο ξέρει. Ξέρει γιατί είναι αμόλυντο και ανεπηρέαστο από την κακότητα και τον εγωισμό. Είναι ανεπηρέαστο, γιατί διατήρησε το Θείο Δώρο της Αγάπης μέσα του και περίμενε την ώρα κατά την οποία, εγώ θα το καταλάβαινα και θα το ελευθέρωνα για να με διδάξει την Αγάπη του Θεού.
Έτσι το φυλακισμένο παιδί που μέσα μου είχα, το ελευθερώνω ξεκλειδώνοντας την αμπαρωμένη καγκελόπορτα. Διαλύω και μετουσιώνω τα κάγκελα που το δέσμευαν και του απλώνω τα χέρια της ψυχής μου. Το αγκαλιάζω σαν μάνα τρυφερά και του δίνω κουράγιο, λέγοντάς του πως μαζί θα πορευτούμε ως Ένας Εαυτός. Του έδωσα και το όνομά του, αυτό που του αρμόζει, αυτό που πραγματικά είναι. Όχι πια το φυλακισμένο παιδί, αλλά το ονόμασα Αγάπη.
Εγώ που είμαι αυτό το παιδί, είμαι Αγάπη. Είμαι όλη η Άπειρη, Αγνή, Θεία Αγάπη που γνώρισα σ’ αυτό το παιδί, που είχα φυλακισμένο μέσα μου.
Και τώρα πραγματικά καταλαβαίνω, πως το παιδί αυτό που ήταν φυλακισμένο μέσα μου, ήταν πιο ελεύθερο από εμένα τον ενήλικα, που ζούσα και ζω στην κοινωνία των ανθρώπων, των διανοούμενων, των γεμάτων γνώσεις αλλά των φυλακισμένων μέσα στα πάθη, στις αδυναμίες, στις εξαρτήσεις, γιατί δεν γνώρισαν αυτό το παιδί Αγάπη μέσα τους.
Αυτά τα γράφω και τα δωρίζω σε σένα αδελφέ μου, που νομίζεις πως είσαι ελεύθερος, που νομίζεις πως είσαι ώριμος, που νομίζεις πως ελέγχεις τη ζωή σου. Όμως που ποτέ δεν κατάλαβες πως είσαι φυλακισμένος μέσα στην πλάνη του ότι κάποιος είσαι, και ξέχασες το φυλακισμένο παιδί Αγάπη που έχεις μέσα σου και περιμένει να το ξεκλειδώσεις για να βγει. Για να μπορέσεις να ζήσεις πραγματικά Ελεύθερος μέσα στην Αγάπη που αυτό το παιδί, που μέσα σου υπάρχει και που ποτέ δεν έψαξες να βρεις, κρατάει στα χέρια του για να σου προσφέρει, τη Ζωή, την Αλήθεια. Κρατάει στα χέρια του την Καρδιά του Θεού και στην προσφέρει, γιατί θέλει αυτό το παιδί να μεγαλώσεις. Γιατί στην πραγματικότητα αυτό το παιδί είναι ώριμο κι εσύ ανώριμος. Αυτό το παιδί γνωρίζει την Αλήθεια της Ζωής, ενώ εσύ παίζεις με τα παιχνίδια της πλάνης. Αυτό το παιδί είναι η Ουσία του Θεού που μέσα σου υπάρχει, είναι η Αγάπη Του, η Αλήθεια Του, είναι το Τέκνο του Θεού, που θα σου δείξει το Δρόμο να φτάσεις να ενωθείς με το Θεό, με το Θεό Αγάπη, με το Θεό Φως, με τον Πατέρα σου. Γιατί το παιδί κι εσύ είστε Ένα. Είσαι η Αγάπη και η Ελευθερία, είσαι η Άπειρη Γνώση του Θεού.
