Το «ΕΝ το Απόλυτον» είναι η Πρώτη Αρχή, το Θείο. Η Μονάδα, η ανθρώπινη μονάδα, εκπορεύεται από το Θείο. Είναι εκδήλωση του Θείου εν Μακαριότητι. Δεν έχει τοποθετηθεί συνειδητά στην πλευρά του Θείου. Εξάλλου δεν υπάρχει άλλη πλευρά.
Γι’ αυτό δημιουργείται πλασματικά μία «Άλλη Πλευρά». Από την ίδια τη Μονάδα αποχωρίζεται μία πλευρά και δημιουργούνται έτσι από την Πλήρη, Αυτοτελή και Θεία Μονάδα το ένα και το δύο. Εδώ το ένα πρέπει να θεωρηθεί σαν δευτερεύουσα εκδήλωση και να μη συγχέεται με το ΕΝ το Απόλυτον.
Δημιουργείται, δηλαδή, από την πλευρά του Αδάμ το δύο: η Εύα, απ’ όπου εισεχώρησε ο καρπός της Γνώσεως του Καλού και του Κακού μέσα στη Μονάδα. Η Θεία, δηλαδή, Μονάδα, η εκ του Ενός του Απολύτου απορρέουσα, αποτελείται: 1) από το ένα, την ενυπάρχουσα, δηλαδή, εκ της Θείας Απόρροιας Πνευματική παρακαταθήκη, και 2) από το δύο, την ίδια την Αλήθεια, δηλαδή, που ενυπάρχει μέσα στη Μονάδα, που όμως πρέπει να ανακαλυφθεί και να επιλεχθεί εν επιγνώσει. Δηλαδή, ο άνθρωπος θα πρέπει να διαλέξει την Αλήθεια, για να μην είναι μόνο «δυνάμει» ή «θέσει» αντάξιός της, αλλά και αποδεδειγμένα να την επιλέξει σαν σκοπό και ταυτότητά του. Και αυτή του η επιλογή θα τον γεμίσει Φως, αποκαλύπτοντάς του την οδό προς τον Πατέρα. Έχουμε, δηλαδή, τώρα δύο όψεις της ίδιας Ουσίας. Ακριβώς για να υπάρχουν περιθώρια επιλογής.
Η Μονάδα, λοιπόν, σ’ αυτή τη φάση καλείται να επιλέξει, γνωρίζοντας ─ καρπός της γνώσεως ─ το Καλό και το Κακό. Καλείται να χρησιμοποιήσει, να εκδηλώσει τις τάσεις της. Η Θεία Γνώση τής είχε δοθεί ήδη από την εκπόρευση. Όμως, σαν ένα και δύο, καλείται με την επίγνωση να τοποθετηθεί, συνειδητά πια, υπέρ, ή όχι, των Θείων Αρχών.
Η Γνώση ήταν το εφόδιο. Η αποφυγή όμως από τον άνθρωπο της σαφούς τοποθέτησής του στο πλευρό της Αλήθειας και η επιμονή στην έρευνα ανάμεσα στα δαιδαλώδη μονοπάτια της επίγνωσης, τον έφερε στην εφαρμογή διά του Λόγου, της δημιουργικής, δηλαδή, Θείας ικανότητάς του, πειραματικών, λεπτοφυών στην αρχή, μορίων ύλης. Το πειραματικό στάδιο όμως επεκτεινόταν και η ύλη βάραινε και τα μονοπάτια γίνονταν όλο και πιο δαιδαλώδη και το αντιφέγγισμα από την Πρώτη Φωτεινή Πηγή όλο και πιο αχνό, ώσπου ο δρόμος της επιστροφής χάθηκε μέσα στο πλήθος των επιγνώσεων.
Τότε ο άνθρωπος πίστεψε, ότι οι Θείες Παρακαταθήκες θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να δημιουργήσει καινούρια Εστία Φωτός, αυτοτελή, ανεξάρτητη από το Θείο και εξαρτώμενη μόνο από αυτόν τον ίδιο, από το ατομικό του «εγώ». Θέλησε, δηλαδή, να αναδείξει το προσωπικό του «ένα» σαν ισότιμο και αυτοτελές «ένα» δίπλα στο «ΕΝ το Απόλυτον» – έπαρση – και ανεξάρτητα από Αυτό.
Αυτό ήταν κάτι αδύνατον. Οι Θείες Παρακαταθήκες, εξασθενημένες από το μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα, που δημιουργήθηκε από την απομάκρυνση από τη Θεία Πηγή, δεν ήταν αρκετές να κρατήσουν τον άνθρωπο στο Θείο Ύψος της στιγμής της Θείας Εκπόρευσης. Και η Πτώση του ήταν μοιραία.
Ο ομφάλιος λώρος που τον συνέδεε με το Θείο κόπηκε στην προσπάθεια του ανθρώπου να διοχετεύσει τη Θεία Δύναμη σε κάτι ανεξάρτητο από τη Θέλησή Του και εξαρτώμενο μόνο από την ανθρώπινη θέληση. Σ’ αυτή την προσπάθεια, λοιπόν, του δημιουργημένου «εγώ» να επικρατήσει, ανεξάρτητα από το Θείο, απόμεινε το «εγώ», αποκομμένο από την Ατελεύτητη Ζωογόνο Φλόγα, να παλεύει στα σκοτεινά δαιδαλώδη μονοπάτια. Θέση, που η δική του βούληση δημιούργησε, η βούληση που του δόθηκε σαν στοιχείο εποικοδομητικό, που θα τον βοηθούσε να αποκτήσει, αντάξια πια, τη θέση που από τον ΘΕΟ τού ορίστηκε από την Αρχή της Δημιουργίας.
Τότε ήταν που για πρώτη φορά ένιωσε, ότι δεν μπορούσε πια να ελέγχει την Ειμαρμένη.
Οι Θείες Δυνάμεις, που αντί να τις αναπτύσσει τις υπέστελλε, σταμάτησαν να δίνουν νέες παροχές και ο άνθρωπος έγινε έρμαιο της Ειμαρμένης, ενώ πριν ήταν Κυρίαρχος και δημιουργός της. Αυτό τον έκανε να συναισθανθεί τον πόνο, γιατί έχασε πια κάτι, που εφαρμοσμένα τού ανήκε. Άρχισε να συναισθάνεται την υποστολή του. Δοκίμασε τις συνέπειες της λανθασμένης χρήσεως της βούλησης, που στο Μεγαλείο της Χάρης τού δόθηκε σαν συνεπίκουρος. Τώρα πια η Μνήμη της χαμένης Παραδείσιας Κατάστασης, διάχυτη σε ολόκληρη την ύπαρξή του, τον καλεί στην Επιστροφή.
Ο άνθρωπος, παρ’ όλ’ αυτά, εξακολουθεί να κάνει λανθασμένη χρήση της βούλησης. Στην προσπάθειά του να ελέγξει την Ειμαρμένη, διατηρεί την εσφαλμένη εντύπωση, ότι αυτό θα το επιτύχει με την αύξηση της ανθρώπινης βούλησης. Πράγμα εκ διαμέτρου αντίθετο προς το εφικτό.
Έτσι δημιουργείται μια ανακύκλωση των λανθασμένων ενεργειών. Διαιωνίζεται και επιτείνεται η όλο και πιο απόλυτη εξάρτηση του ανθρώπου από το Μοιραίο. Πράγμα που θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μονάχα με τη βοήθεια της Θείας Πρόνοιας. Αυτό όμως ο άνθρωπος, έχοντας απομακρυνθεί πάρα πολύ από τη Θεία Γνώση, δεν το θυμάται πια και συνεχίζει να κατευθύνει τα απομεινάρια από τις Θείες Δυνάμεις του σε λανθασμένες κατευθύνσεις.
Το Μεγαλείο της Χάρης όμως δεν τον εγκαταλείπει. Βοηθοί, Φωτεινά Παραδείγματα Ζωής, στέλνονται κατά καιρούς για να εντονοποιήσουν και να αφυπνίσουν τις σκεπασμένες Μνήμες. Επιστέγασμα της Προσφοράς ο Ιησούς. Κομμάτι του Θείου, Αμιγές, ειδικά απεσταλμένο για να αποτελέσει την ειδοποιό διαφορά, που θα μετατρέψει την καθοδική πορεία του ανθρώπου σε ανοδική. Είναι Εκείνος, που θα οδηγήσει τον εκπεσόντα στην Επιστροφή.
Αυτή είναι η Δεύτερη Εκδήλωση του Θείου: Το Υπόδειγμα. Η Μορφή, που ο άνθρωπος θα είχε ήδη πάρει, αν οι επιλογές του γίνονταν σύμφωνα με τους Θείους Νόμους, με τις Θείες Αρχές, αν όλοι οι άνθρωποι είχαν εξελιχθεί σύμφωνα με αυτές τις Αρχές, η Επιστροφή θα είχε ήδη συντελεστεί.
Σαν πρώτο βήμα της Επιστροφής, λοιπόν, έπρεπε να είναι η εξάλειψη του σημείου, που δημιούργησε την Πτώση. Η εγκατάλειψη της προσπάθειας διαχωρισμού της ανθρώπινης βούλησης από τη Θεία. Η εγκατάλειψη της προσπάθειας δημιουργίας ενός «εγώ» ανεξάρτητου από το Θείο. Η εγκατάλειψη του ανθρώπινου «εγώ».
Η εξάλειψη του ανθρώπινου «εγώ» αυτόματα εντάσσει τον άνθρωπο στην προ του «εγώ» του ύπαρξη. Στην εποχή που ο ομφάλιος λώρος τον συνέδεε ακόμα με το Θείο. Τον επαναφέρει στην εποχή, που μέσω αυτού του ομφάλιου λώρου εισέρρεε η Γνώση τού τι είναι καλό και τι όχι. Αυτή η Γνώση τον βοηθούσε στην εκάστοτε τοποθέτησή του στην πορεία, για την εκδήλωση των Θείων Δυνάμεων μέσα από αυτόν.
Όταν, λοιπόν, εξαφανίσει το επίπλαστο «εγώ» του, η Θεία Παρουσία μέσα του εντονοποιείται και η Χάρη εισρέει εντός του, υπό τη Μορφή της Τρίτης Εκδήλωσης του Θείου: Του Αγίου Πνεύματος.
Αυτή είναι μία πρόσθετη παροχή. Στο Μεγαλείο της Χάρης, όμως, η παροχή αυτή δίδεται, όχι μόνο αφού ο άνθρωπος επιτύχει τη συντριβή του «εγώ» του, αλλά από τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι μόνος του προορισμός, μόνη του επιθυμία, είναι να υποστείλει το προσωπικό του «εγώ» για να ενταχθεί στο σύνολο της Θείας Παρουσίας. Στην ομαδικότητα των Μονάδων. Στο ΕΝ.
Η ένταξη όμως στην ομαδικότητα, με προοπτική την ταύτιση, προϋποθέτει τάσεις ενωτικές: έλξη. Σ’ αυτό συντελεί: 1) η Αγάπη και 2) η ομοιότης των δονήσεων σε ύψος. Οι ανωτέρω δύο παράγοντες έχουν αλληλεξάρτηση. Η ανάπτυξη του ενός από τους δύο συνεπάγεται την ανάλογη εξέλιξη του άλλου.
Η Αγάπη φανερώνεται με τη Θυσία. Θυσία του «εγώ» στην Αγάπη, για το σύνολο. Κάθε θυσία του «εγώ», που γίνεται από Αγάπη προς το σύνολο, είναι και ένα ακόμη βήμα για την Επιστροφή.
Πώς ξεκινάει η Αγάπη για το σύνολο; Ξεκινάει από την Αγάπη σε κάτι άλλο πέρα από το αυστηρά ατομικό. Η Αγάπη σε κάτι άλλο, που δεν είναι το αυστηρό «εγώ» μας, είναι εκείνο, που θα μας φέρει πιο κοντά στη Μεγάλη Αγάπη, στη Συμπαντική.
Τώρα πώς γίνεται επιλογή αυτού του πρώτου αντικειμένου Αγάπης; Εδώ παίζει ρόλο η εις ύψος ποιότητα των δονήσεων. Η ποιότητα των δονήσεων εκδηλώνεται κατ’ αρχάς με την ποιότητα σκέψεων και έχει σαν αποτέλεσμά της την ποιότητα ενεργείας, που εκπέμπουν τα άτομα.
Ακόμα και εδώ η Θεία Χάρη προσφέρει βοήθεια. Η ποιότητα των δονήσεων κατά καιρούς ανεβαίνει. Όλες οι δονήσεις ανεβαίνουν σε ύψος, δίνοντας έτσι την ευκαιρία για περισσότερες ομοιότητες. Σχηματίζονται περισσότερες πιθανότητες εκδηλώσεως της Αγάπης, που θα οδηγήσει στην εξέλιξή της, στη Συμπαντική Αγάπη.
Η Θυσία, λοιπόν, του «εγώ» είναι το πρώτο στάδιο για τη Γνώση και την ακατανίκητη έλξη για Ένωση με το Θείο. Η Αγάπη επίσης λειτουργεί σαν καταλύτης του «εγώ». Εξευγενίζει ακόμα περισσότερο τις ενωτικές τάσεις ανάμεσα στα άτομα πρώτα και απέναντι στο Θείο σαν εξέλιξη.
Στο στάδιο αυτό οι Δυνάμεις αφυπνίζονται. Οι Θείες Δυνάμεις, οι δοσμένες στον άνθρωπο με την Αρχική του εκπόρευση, εκείνες οι Δυνάμεις οι δοσμένες εν σπέρματι, εκείνες που ο άνθρωπος ανέλαβε να εκδηλώσει χρησιμοποιώντας την Ελευθέρα του Βούληση. Οι Δυνάμεις, που η εκδήλωσή τους θα του επέτρεπε να αποκτήσει επάξια τη θέση, που από την αρχή τού ορίστηκε στους Κόλπους του Θείου. Αυτές οι Δυνάμεις, αφυπνιζόμενες, του δίνουν ξανά το δικαίωμα επιλογής.
Και τώρα που η επίγνωση της Πτώσης είναι πια γεγονός, τώρα που η Γνώση της Παραδείσιας Ζωής έχει ανανεωθεί, τώρα που η Χάρη έχει δώσει τόσες ευκαιρίες επανόρθωσης, τώρα δεν υπάρχουν περιθώρια λαθών.
Τώρα η χρήση των Δυνάμεων αυτών πρέπει να γίνει μονάχα για την Επιστροφή. Για την Επιστροφή του συνόλου των Εκπεσόντων, έτσι ώστε η Επιστροφή να είναι πλήρης.
Όσο μεγαλύτερη είναι η Χάρη της Δύναμης, τόσο μεγαλύτερες είναι και οι υποχρεώσεις, που δημιουργούνται απέναντι στο σύνολο. Οι Δυνάμεις γι’ αυτό δίνονται. Και όταν δίνονται, δεν δίνονται τυχαία. Υπάρχουν σίγουρα προοπτικές και δυνατότητες εξελίξεώς τους. Υπάρχουν σίγουρα λύσεις και πρέπει να βρεθούν.
Το οφείλει ο Άνθρωπος απέναντι στη Μονάδα και στο Θείο.
Στην πορεία του ανθρώπου οι κατά καιρούς λανθασμένες του επιλογές τον έφεραν σε μία κατάσταση τέτοια, ώστε να μην υπάρχει πια δυνατότητα επιστροφής στη Θεία του πρωταρχική κατάσταση. Τότε ο Θεός – Πατέρας προεξέτεινε στην ύλη ένα μέρος της Ουσίας Του. Τον Θεό – Υιό ή Λόγο.
Η δύναμη του Λόγου είναι εκείνη, που θα δώσει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ξεπεράσει την ως τώρα υλική του εξέλιξη και να μετατρέψει την ύλη του σε Ουσία. Η ως τώρα εξέλιξη της ύλης έγινε μη ορθά. Έγινε ανεξάρτητα από το Θείο Θέλημα. Οι ευκαιρίες που δόθηκαν από τον Πατέρα στους ανθρώπους για εξέλιξη δεν αξιοποιήθηκαν από τους ίδιους σωστά, με αποτέλεσμα το βούλιαγμα του ανθρώπου στην ύλη, την καθήλωσή του, τη μη εξέλιξή του.
Τα πάντα έφθασαν στο «σημείο μηδέν». Η ως τότε Θεία Εικόνα, που εκπροσωπούσε ο Άνθρωπος, θάμπωσε από τις προσμείξεις της ανυπαρξίας, της ανεξάρτητης από την Ύπαρξη. Οι Ιδέες που υπήρχαν μέσα στον Άνθρωπο σαν σπέρμα, απόμειναν χωρίς να δώσουν καρπούς και τελματώθηκαν στο βούρκο των επίκτητων γνώσεων.
Η Γνώση η αρχική παραποιήθηκε με τα χρόνια, με τις προσμείξεις και τις ιδέες των ανθρώπων, εκείνες που η Χάρη του Θεού, δίνοντάς του την Ελεύθερη Βούληση, επέτρεψε να υπάρχουν, για να χρησιμοποιηθούν από τον άνθρωπο στον αγώνα του για την ανεύρεση της Αλήθειας μέσα του.
Από κει και ύστερα, μετά το δώρο της Ελεύθερης Βούλησης, ο άνθρωπος ήταν ελεύθερος να δράσει «κατά βούλησιν» και συνεπώς ήταν υπεύθυνος και για τις πράξεις του. Η Αλήθεια, που του δόθηκε να εκδηλώσει και να εξελίξει, ήταν εκείνη που θα δημιουργούσε την Πρώτη Αρχή της ανόδου του. Ήταν το σπέρμα της επανόδου του στον Θεό. Ο άνθρωπος, σαν Πρώτη Εκπόρευση, έφερε μέσα του τα σπέρματα της Αλήθειας. Αυτά έπρεπε να εξελιχθούν για να φθάσουν τον άνθρωπο στο σημείο να αγγίξει τον Θεό και να αφομοιωθεί με Αυτόν.
Αυτή η δυνατότητα εξελίξεως έπρεπε να αξιοποιηθεί μόνο από τον άνθρωπο. Αν ο Θεός τον έφερνε αμέσως στους Κόλπους Του, η διαδρομή που τον καταξιώνει θα έλειπε. Η Ελεύθερη Βούληση του δίνει δυνατότητες επιλογής. Έτσι, έπρεπε να επιλέξει.
Δημιουργήθηκε, λοιπόν, η «Άλλη Πλευρά». Όχι γιατί υπάρχει άλλη Αρχή εκτός από τον Θεό, αλλά, εικονικά, έπρεπε να υπάρχουν δύο δυνατότητες επιλογής, ώστε η Ελεύθερη Βούληση του ανθρώπου να λειτουργήσει αποφασιστικά, καταξιώνοντάς τον και φέρνοντάς τον, με τη δική του πια επιλογή, στη θέση που από την αρχή της Δημιουργίας τάχθηκε γι’ αυτόν. Η δυνατότης, λοιπόν, επιλογής τού δόθηκε σαν συνεπίκουρος και βοηθός, για να μπορέσει να αναδείξει τις Θείες δυνάμεις και να τις φθάσει στα οριακά τους σημεία, ως την Τελείωση του ανθρώπου και την Ένωσή του με τον Θεό.
Η ύπαρξη του ανθρώπου, λοιπόν, εκπορεύθηκε από το Θείο. Σαν συνεπίκουρος στο δρόμο της της δόθηκε η Ελευθέρα Βούληση, με εντολή να εξελίξει τις Θείες Δυνάμεις, τις εν σπέρματι υπάρχουσες μέσα του, και τελικό προορισμό την επάξια θέση του μέσα στους Κόλπους του Πατέρα και την αφομοίωσή του απ’ Αυτόν.
Ο άνθρωπος, λοιπόν, ξεκίνησε από τη μη καταξιωμένη κατάσταση της εκπόρευσης, τη μη συνειδητά τοποθετημένη, για να καταφέρει να Τελειωθεί. Η ευθύνη της επιλογής βάραινε αυτόν, και η ανταμοιβή θα ήταν δική του τώρα. Η χρήση που έκανε των Θείων Παρακαταθηκών, από κει και πέρα, ήταν αμφίβολη. Οι πρώτες δοκιμές της εφαρμογής των Δυνάμεων, που του δόθηκαν, κατέληξαν στο σχηματισμό μορίων ύλης. Το πνεύμα του, λοιπόν, παρήγαγε ύλη. Λεπτοφυής στην αρχή, έντυσε σαν πέπλο το Άυλο της Ύπαρξής του. Η Μορφή περιορίστηκε. Η Ύπαρξη μπήκε σε πλαίσια. Και σχηματίστηκε μία διπλή εκδήλωση του ίδιου πράγματος: Πνεύμα και Ψυχή. Η πρώτη ύλη, η λεπτοφυής, που κάλυψε το Πνεύμα μονώνοντάς το, ήταν η Ψυχή.
Λεπτοφυής εκδήλωση της ύλης, ωστόσο κάτι πιο κάτω από το Άυλο του Πνεύματος. Αυτή η αδιάσπαστη διττότης αποτέλεσε το άτομο του Κήπου της Εδέμ. Σαν πρώτη εκδήλωση του Θείου, η Μορφή αυτή έφερε μέσα της τις Δυνάμεις του Θείου προς Τελείωση. Όμως η εξέλιξη της Μορφής προχώρησε καθοδικά. Τα πρώτα της συμπτώματα ήταν να φέρει άλλο ένα στρώμα λεπτοφυούς ακόμη ύλης, όμως βαρύτερης υφής από το προηγούμενο, και να ντύσει το ήδη σχηματισμένο άτομο. Η επαφή, λοιπόν, του ανθρώπου (και σαν Άνθρωπο θεωρούμε τη Θεία Σπίθα της Πρώτης Εκπόρευσης) με το Θείο Φως, το Αιώνιο, μειώθηκε, ελαττώθηκε. Και οι κινήσεις του ανθρώπου γίνονταν πια σε αμυδρές αντανακλάσεις του Φωτός.
Η Δύναμη που ο Άνθρωπος ένιωθε μέσα του, τον ωθούσε να Δημιουργήσει. Όμως το Φως που λιγόστευε τον δυσκόλευε. Και τότε σκέφτηκε να φτιάξει ένα νέο Φως, δικό του και ανεξάρτητο από τη Θεία Αρχή. Ένα Φως που αυτός θα ήταν ο δημιουργός και εκείνος που θα το κατηύθυνε. Ένα Φως, που θα ήταν ορατό από αυτόν μέσα από τη μόνωσή του της ύλης. Θα ήταν, δηλαδή, το Φως σκεπασμένο από την ύλη. Θα ήταν το δικό του Φως, ανεξάρτητο από το Θείο: Το «εγώ» του.
Η προσπάθεια αυτή να διοχετευθεί το Φως σε κάτι κάτω από την ύλη ήταν παράνομο. Η ύλη έπρεπε να εξελιχθεί. Όχι να προσπαθεί να απομονώσει ένα κομμάτι Φως και να δημιουργήσει δικό της Θεό, που θα τον έλεγχε εκείνη. Έτσι η τάση να διοχετευθεί η Θεία Δύναμη σε κάτι ανεξάρτητο από το Θέλημά Του και αντίθετο από Αυτόν, έφερε τη διάσπαση. Η ικανότητα επιλογής τού δόθηκε και οι ευθύνες ήταν δικές του. Αυτός διάλεξε τον πλασματικό δεύτερο δρόμο, τον ανεξάρτητο από το Θείο, τον χωρίς προορισμό. Χωρίς αρχή και τέλος. Χωρίς έρμα. Και ο Άνθρωπος έπεσε.
Η πίεση που άσκησε ενάντια στο Θείο, έσπασε το νήμα της εξάρτησης, που όριζε τα βήματά του. Έκοψε το κανάλι διοχέτευσης της Θείας Γνώσης στον Άνθρωπο. Αυτό το κανάλι, που του έδινε το αλάθητο κριτήριο της γνώσης για τη σωστή επιλογή, της Θείας Γνώσης που υπήρχε μέσα του, μα που στην τάση του για αυτοεξάρτηση, εθελοτυφλώντας, αγνόησε. Η Θεία Γνώση, λοιπόν, τον εγκατέλειψε. Κρυμμένη στα βάθη της ψυχής του, στην καρδιά του Πυρήνα του, περιμένει. Περιμένει την ώρα, που ο Άνθρωπος, απαλλαγμένος από το πάθος της επικράτησης του «εγώ» του, θα σκύψει μέσα του ψάχνοντας ν’ ανακαλύψει τα χνάρια, που διέγραψε φεύγοντας, και ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία, να βρει το δρόμο της Επιστροφής στον Πατέρα.
Μετά την Πτώση η ύλη του βάρυνε. Ανεξέλεγκτα εξελιγμένη, διαστρεβλώθηκε και αλλοιώθηκε τόσο πολύ και τόσες φορές, που η Ιδέα η αρχική του Ανθρώπου χάθηκε μέσα στο πλήθος των επίκτητων γνώσεων, που αναγκαστικά δημιουργήθηκαν, για να καλύψουν το κενό που έμεινε από την απουσία της Γνώσης. Αυτές ακόμη περισσότερο αποπροσανατόλισαν τον Άνθρωπο από το Σκοπό του, έτσι ώστε έφθασε στο σημείο να μη γνωρίζει πια τον ίδιο τον προορισμό του.
Οι Θείες Παρακαταθήκες υπεστάλησαν. Ο Λόγος, που του έδινε ικανότητες Θείας Δημιουργίας, ξεχάστηκε και παρέμεινε σε αδράνεια. Η Γνώση σκεπάστηκε, η Ιδέα χάθηκε και ο Σκοπός εξαφανίστηκε. Ο Άνθρωπος, λοιπόν, από Θεός ικανός να κατευθύνει και να διαγράφει την πορεία του και την εξέλιξή του, έφτασε να είναι έρμαιο της ύλης, των παθών και των συμπτώσεων. Η ικανότητα ελέγχου των βημάτων του τον εγκατέλειψε. Η πορεία του, ήδη καθοδική, συνέχισε τον ξέφρενα καθοδικό ρυθμό της, ως την πλήρη τελμάτωση και ακινητοποίηση του πνεύματος από την ύλη.
Όμως ο Θείος Σπινθήρας στο βάθος του «Είναι» του υπάρχει και περιμένει την ώρα, που κάποια αύξηση Φωτός θα τον ενεργοποιήσει, δίνοντάς του την ευκαιρία να εκδηλώσει την Παρουσία Του και να αλλάξει την καθοδική πορεία σε ανοδική.
Η ευκαιρία αυτή όμως δεν μπορούσε πια να δοθεί από τον άνθρωπο τον ίδιο, που είχε πια καθηλωθεί μέσα στην ύλη. Γι’ αυτό, σαν πρώτα βοηθήματα, το Μεγαλείο του Θεού κατά καιρούς έστειλε Θεία Πνεύματα, εξελιγμένα, να ενσαρκωθούν γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Με προορισμό να αναπτύξουν με το παράδειγμα, τις διδαχές, και ακόμη και μόνο με την παρουσία τους, αυτό το κομμάτι «Θεός», το ενυπάρχον μέσα στον Άνθρωπο.
Όταν οι διάφορες «διορθώσεις πορείας» του ανθρώπου πέτυχαν μία σχετική αφύπνιση των μορίων Φωτός στον Πυρήνα του Ανθρώπου, τότε λειτούργησε ο Νόμος της Χάριτος πιο έντονα. Και σαν αποκορύφωμα Θυσίας στάλθηκε ο «Υιός Του ο Μοναδικός», Ακραιφνές βοήθημα του Λόγου. Του Λόγου που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο και περιμένει να εκδηλωθεί ανεβάζοντας τις δονήσεις του και βάζοντας σε λειτουργία Νόμους Θείους, που θα τον οδηγήσουν στην Επιστροφή. Η Επαφή αυτή επιτυγχάνεται μονάχα με την επανάληψη του Θείου Παραδείγματος.
Ο Θείος Λόγος, που κατέβηκε χωρίς καμία πρόσμειξη μέσα στην ύλη, που ενδύθηκε την ύλη, όχι όπως ο άνθρωπος από λανθασμένες του επιλογές, αλλά με την επίγνωση της Θυσίας, δέσμευσε συνειδητά την αδέσμευτη Θεία Ουσία με μια ηθελημένη ενσάρκωση. Υπέστη ηθελημένα τις επιπτώσεις της ανθρώπινης Πτώσεως για να δώσει στον εκπεσόντα τη δυνατότητα να την ξεπεράσει και να φτάσει στην προ της Πτώσεως κατάσταση. Αυτός αποτελεί τον Οδηγό.
Αυτός είναι ο Ποδηγέτης του συνόλου για την Επιστροφή. Αποδεσμεύοντας με τη Θυσία Του το σύνολο της ανθρωπότητας από τους Νόμους Τιμωρίας, που οι ίδιοι έθεσαν σε λειτουργία, με τις συνειδητά επιλεγμένες θέσεις τους, επέτρεψε και ώθησε τον ενυπάρχοντα στον Πυρήνα του Ανθρώπου Λόγο να εκδηλωθεί. Η αποδέσμευση του Λόγου από τους Νόμους έγινε. Ο Λόγος, χωρίς δεσμά πια, ξανάρχισε να ενυπάρχει δυνάμει.
Και τώρα ήρθε η σειρά του ανθρώπου. Είναι σαν να του δίνεται τώρα ξανά η δυνατότητα επιλογής. Είναι σαν να μετατρέπονται τώρα τα λάθη του σε πλεονεκτήματα. Γιατί η πείρα των λαθών παραμένει. Τα αποτελέσματα των λαθών διαγράφηκαν από τη Θυσία Εκείνου. Η επίγνωση της Πτώσης είναι πια γεγονός. Η Γνώση της Αλήθειας και η Ανάγκη της Επιστροφής πλησιάζουν.
Ο Άνθρωπος μονάχα ένα βήμα έχει να κάνει. Να σβήσει τον δικό του «Ήλιο», που αντιμάχεται «Εκείνον». Να καταργήσει το προσωπικό «εγώ» του, για να ενταχθεί αυτόματα στην κατάσταση την προ της Πτώσεως. Στην εποχή που ο ομφάλιος λώρος τον συνέδεε ακόμα με το Θείο. Στην εποχή που η Γνώση εισέρρεε άφθονη, λούζοντας το «Είναι» του με Φως και βοηθώντας τον να βρει το δρόμο του, μέσα από τα σκοτεινά μονοπάτια που ο ίδιος δημιούργησε. Η Γνώση που, αυτόματα, ανοίγοντας το δρόμο της Ψυχής, καλεί το Πνεύμα να ανταποκριθεί προς την Αλήθεια. Με τη σταδιακή επίγνωση της Αλήθειας το Πνεύμα λαχταράει την Ένωση. Την Ένωση με τον Θεό, που σαν Πρωταρχική Ιδέα ενυπήρχε μέσα του.
Αυτή του τη λαχτάρα για το Φως την επιβάλλει η Γνώση της Αλήθειας. Αυτή του τη λαχτάρα, που σαν απόλυτος και καθοριστικός παράγοντας τον οδηγεί στην Πλήρη Ταύτιση, αφού σαν καθοριστικό κριτήριο Επιλογής για κάθε θέση του το Πνεύμα, ελευθερωμένο, διατηρεί την επαφή του με το Φως, στρέφει τους Θείους Νόμους με το μέρος του και εκδηλώνει τις δυνάμεις που του δόθηκαν για να ανέβει. Η τάξη έχει επανέλθει πια. Ο άνθρωπος εντάχθηκε στο Θείο Θέλημα και οι Νόμοι λειτουργούν υπέρ του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος οδεύει για την Ταύτιση και πρέπει να περάσει από τη σταδιακά αυξανόμενη πνευματική ομαδοποίηση. Αυτό το σπάσιμο των διαχωριστικών ανάμεσα στα Πνεύματα, αυτή η έλλειψη απομόνωσης, είναι απαραίτητη. Σαν ενωτική τάση η Αγάπη, το άνοιγμα του Ανθρώπου για το σύνολο. Η Θυσία του ατομικού στο γενικό, είναι οι πρώτες εκδηλώσεις ομαδώσεως. Εδώ στοχεύουμε στην Ταύτιση. Είναι δυνατόν να μην αρχίσουμε καταργώντας τα όρια; Και το πρώτο σαφές όριο διαχωρισμού είναι εκείνο που υπάρχει ανάμεσα στον εαυτό του και στους άλλους. Μα οι άλλοι είναι ο Εαυτός του. Γιατί οι άλλοι είναι ο Θεός και ο Θεός είναι Ένας, και Αυτός θα κυριαρχήσει στο τέλος της Δοκιμασίας. Αυτό θα είναι η ανταμοιβή του ανθρώπου για όλες αυτές τις δοκιμασίες του Εκπεσόντος Θεού: το να γίνει ξανά Ένα με τον Θεό. Να γίνει Θεός. Λάμπων και Απαστράπτων. Θεός Ζων και Υπάρχων. Θεός Αιώνιος.
Ο πρώτος χτύπος του Θείου μέσα στον Άνθρωπο είναι η Αγάπη. Η Αγάπη σε κάθε μορφή εκδήλωσης του Θείου, και αφού δεν υπάρχει τίποτε άλλο από το Θείο, σε καθετί. Το ξύπνημα αυτής της Συμπαντικής Αγάπης είναι αυτό, που θα καταργήσει τα όρια. Που θα καταργήσει τις μονώσεις που το Πνεύμα υπέστη και θα το αφήσει να απλωθεί. Να ενωθεί με κάθε Θεία Εκδήλωση. Με αυτό το ίδιο το Θείο του οποίου είναι κομμάτι. Η Αγάπη, που καταλύει τα όρια, τις εξατομικεύσεις και τις διακρίσεις, λειτουργεί σαν καταλύτης του «εγώ». Της ειδοποιού διαφοράς, δηλαδή, που διαχώρισε τον Θεό από τον Άνθρωπο και δημιούργησε την Πτώση. Το ξύπνημα αυτής της Συμπαντικής Αγάπης είναι αυτοσκοπός. Γιατί αυτόματα η ίδια οδηγεί στην Ένωση. Αφού γνωρίζει τα σημάδια του Θεού στα πράγματα και τους ανθρώπους και τ’ αγαπάει. Αυτά αγαπάει, τα κομμάτια του. Τα δικά του τα κομμάτια. Τα δικά Του τα κομμάτια. Τα ίδια…
Ο άνθρωπος, όμως, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί, είναι ατομικά εκλεκτικός. Δεν είναι έτοιμος για τη Συμπαντική Αγάπη. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη Θεία Ροή μέσα στα πράγματα. Γι’ αυτό του δόθηκαν ακόμη περισσότερα βοηθήματα.
Αναπτυγμένα πνεύματα, εξαπλωμένα ταυτόχρονα σε πολλά κομμάτια ανθρώπινης ύλης (σε πολλούς ανθρώπους το ίδιο Πνεύμα), ενεργοποιούνται και λειτουργούν σαν πόλοι έλξεως και, ταυτόχρονα, σαν Πηγές Εκπομπής Αγάπης. Ο Άνθρωπος, λοιπόν, διαλέγοντας μαθαίνει να μην επιλέγει.
Αυτό επιτυγχάνεται ως εξής: Όταν ένα Πνεύμα συναντήσει ένα δικό του μέρος, τότε η ατομική Αγάπη εντονοποιείται, εκλεπτύνεται και εξυψώνεται. Έτσι ξεχειλίζει από τα όρια των αυστηρά ατομικών υπάρξεων και εκπέμπεται στο χώρο. Με αυτόν τον τρόπο τίθεται σε λειτουργία ο Νόμος της Αγάπης. Η προσφορά Αγάπης δημιουργεί Αγάπη. Ο χώρος γύρω από αυτά τα Πνεύματα γεμίζει Αγάπη, ξεχειλίζει Αγάπη και δημιουργεί στα γύρω Πνεύματα Αγάπη, που και αυτά με τη σειρά τους την εκπέμπουν στο περιβάλλον. Έτσι δημιουργούνται Εστίες Αγάπης, Δυναμικές Εστίες Αγάπης.
Λέω «Δυναμικές», γιατί η Αγάπη δεν είναι παθητική. Η Αγάπη, σαν καταλύτης του «εγώ», βοηθάει τον άνθρωπο να φτάσει στην προ της Πτώσεως κατάσταση. Στην κατάσταση της Γνώσης. Στην κατάσταση που το Άγιο Πνεύμα φωτίζει τον άνθρωπο, οδηγώντας τον σε ενέργειες που έχουν σαν αποτέλεσμα την αφύπνιση της λειτουργίας Θείων Νόμων. Ενεργώντας στα ανώτερα επίπεδα του ανθρώπου, οι Νόμοι αυτοί αφυπνίζουν Θείες Δυνάμεις ενυπάρχουσες από την Εκπόρευση στον άνθρωπο και προορισμένες να τον οδηγήσουν στην Επιστροφή.
Ο Δρόμος της Επιστροφής άρχισε: 1) Η Αγάπη καταλύει το «εγώ». Γίνεται Συμπαντική και ανοίγει το δρόμο για τη Γνώση. 2) Η Γνώση οδηγεί το Πνεύμα στην τελετουργία Ενεργειών, που θέτουν σε λειτουργία Νόμους Τελείωσης. 3) Οι Νόμοι αφυπνίζουν κάθε ενυπάρχουσα δυνατότητα εξελίξεως μέσα στον άνθρωπο. Και ο Άνθρωπος φτάνει… Αγγίζοντας το όραμα της Ύπαρξής του, φτάνει.
Οι χιλιετηρίδες, που περάσανε, χαθήκανε και η Στιγμή της Πρώτης Εκπόρευσης τον έφερε ξανά στο ίδιο το σημείο της ταυτότητας με τον Θεό. Της καταξίωσης των κόπων του. Της Ένωσης.
Η Αρμονία συντελέστηκε! Οι κραδασμοί συντονίστηκαν! Και μεταλλάχθηκε η ύλη σε Φως!
