Δάσκαλος Χρ. Μποζατζίδη
Είναι η Αγάπη του Θεού που κατευθύνει την ψυχή μου, κατ’ εντολή Δική Του, ως έκφραση Ελέους και Αγάπης προς τον άνθρωπο, να αποκαλύψει γεγονότα και καταστάσεις που εκτυλίχθηκαν κατά την περίοδο της Παρουσίας του Ιησού.
Την πονούσαν οι άνθρωποι τη Μαρία. Την κοιτούσαν όλοι σαν νάταν κάτι ξεχωριστό που όμως η στενοκαρδία τους δεν τους επέτρεπε να το αγαπήσουν, να το πλησιάσουν, να διδαχθούν από τις λειτουργίες του είναι της.
Η όλη της κίνηση ξέφευγε απ’ αυτό που οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει ως εκδήλωση γυναίκας. Έκρουε τα κατεστημένα όλων, έκρουε τις συνειδήσεις τους, έκρουε τα τοιχώματα της καρδιάς τους και γι’ αυτό δεν γευόταν την αγάπη τους. Μια αγάπη που δεν γνώριζαν και πάντα όλοι στέκονταν καχύποπτα σε καθετί καινούργιο που ερχόταν να καταρρίψει το παλαιό και να το συμπληρώσει με ποιότητες που παρέμεναν καλυμμένες και άγνωστες. Την πολέμησαν οι ίδιες οι γυναίκες της εποχής της, μη μπορώντας να αναγνωρίσουν την αγνότητα της ψυχής της και την έμπρακτη μεταστροφή της όλης πορείας της απ’ τη στιγμή που συνάντησε τον Ιησού.
Η πόρτα της Μαρίας έκλεισε και τη θέση της πήρε η Αγάπη, η Αγάπη για τον Ιησού, η Αγάπη για τη Θεοτόκο, η Αγάπη για όσους διέκρινε ότι Τον αγαπούσαν. Ποιος μπορεί να αγκαλιάσει ένα μετανοούντα αν ο ίδιος μέσα του δεν έχει βιώσει την ασύλληπτη δύναμη της μετάνοιας, τη δύναμη του Ιωάννη, εκεί που ο καθείς αρχίζει να θυμάται τον εαυτό του, την Ουσία του και να ξεκινά να ζει σαν να γεννήθηκε εκείνη μόλις τη στιγμή που μεταστρέφεται και βρίσκει και ανασυνθέτει τον εαυτό του με την αναβλύζουσα Αγάπη που προκαλεί η δύναμη της μετάνοιας μεσ’ την ανθρώπινη καρδιά.
Σ’ αγαπώ, Μαρία. Μέσα σου αναγνωρίζω πολλά στοιχεία της παρουσίας του Ιωάννη που έθιγε και φανέρωνε χωρίς φόβο τα κακώς κείμενα της εποχής του ανθρώπου. Σ’ αγαπώ, Μαρία, εκλεκτή και όμορφη ψυχή που ’χεις τη δύναμη να αντιταχθείς με πυγμή σ’ ό,τι πίεζε την ανθρώπινη ψυχή και δημιουργούσε καλύμματα που επέφεραν πόνο και θλίψη πολλή.
Πέτρες χτύπησαν τις πόρτες και τα παράθυρά σου καθώς τα χέρια των παιδιών που μαζεύτηκαν απ’ έξω απ’ το σπιτικό σου θέλησαν να σου θυμίσουν το παρελθόν μα και την απιστία τους σ’ όσα κήρυττε ο Ιησούς. Ποιος άραγε όπλισε τα χέρια των μικρών παιδιών, ποιος τα ώθησε να εκφράσουν τόση κακότητα; Η μάνα τους φρόντισε να κρυφτεί πίσω απ’ τα χέρια των παιδιών της για να δείξει τα ποταπά ένστικτά της αλλά και το φόβο της. Ένας κόσμος γεμάτος σκληρότητα και αντιστάσεις ορθωνόταν για να δείξει την παρουσία του και την ανησυχία του αλλά και την οκνηρία του σε καθετί καινούργιο που σαν ιδέα ερχόταν να σπαρεί εκ του Ιδιου του Θεού για να βοηθηθεί ο άνθρωπος.
Η Μαρία άνοιγε την πόρτα της με θάρρος, χωρίς να φοβηθεί την κακότητα των ανθρώπων που εκφράστηκε μέσα απ’ τα χέρια των παιδιών και τα λόγια της εξήλθαν ως κεραυνός μεσ’ την ψυχή της γυναίκας που υποκίνησε τις εκδηλώσεις αυτές. Καθάρια η φωνή της και σταθερή, χωρίς να κομπιάζει ούτε στιγμή, της μίλησε:
Συ, γυναίκα, που κρύβεσαι μεσ’ το σπιτικό σου σπρώχνοντας τα παιδιά σου να με κατακρίνουν και να με αναστατώσουν, έλα να με δεις. Έλα να πλησιάσεις το πρόσωπό μου, έλα ν’ αγγίξεις τα χέρια μου, έλα να με γνωρίσεις να δεις τι κρύβει η πονεμένη καρδιά μου. Έλα, μην φοβάσαι. Εγώ δεν φοβάμαι να δεχτώ τις πέτρες σου. Ο Κύριός μου με μαθαίνει να συγχωρώ. Έλα, γυναίκα, μην κρύβεσαι μεσ’ τα παιδιά που γέννησες για να σε υπηρετούν, μην κρύβεσαι στα πάθη σου και στο σκοτεινό περίβλημα που σε περιβάλλει. Έλα να γνωρίσεις τον Κύριό μου, να γευτείς την Αγάπη Του και το Έλεος Του.
Τα παιδιά σταμάτησαν. Έτρεξαν κάπου αλλού να παίξουν τα ανάλογα παιχνίδια των χρόνων τους κι έτσι η μάνα τους έμεινε εκεί κλεισμένη καλά μέσα στους φόβους και τους περιορισμούς της, ανήμπορη να αντιπαρέλθει τους λόγους της Μαρίας.
Μεσ’ τη φωνή της άκουγα τον Ιωάννη. Τον νέο Βαπτιστή που ερχόταν εκ νέου αντιμέτωπος με τα κρυμμένα πάθη των ανθρώπων που Έργο Του ήταν να τα φανερώνει, να τα αποκαλύπτει με την πυγμή του Μαχητή που η Αγάπη Του για τον άνθρωπο ερχόταν μ’ ένα τρόπο τίμιο και καθαρό εκ Πνεύματος Θεού μιλώντας στις πιεσμένες ψυχές των ανθρώπων.
Ω, Αδελφή μου Αγαπημένη, πόσο με γαληνεύει η Αγάπη σου, πόσο με ηρεμεί η παρουσία σου. Σ’ ευχαριστώ που είσαι εδώ. Μόνο με το βλέμμα σου δείχνεις τη βαθύτατη κατανόησή σου για το καθετί και μου προσφέρεις τη γαλήνη και την ισορροπία που χρειάζομαι κάθε φορά που έρχομαι αντιμέτωπη με τα δαιμόνια των ανθρώπων. Ω αδελφή λατρευτή, σ’ αγαπώ και εγώ και ευχαριστώ το Θεό και τη Μάνα που σ’ έστειλε κοντά μου να μ’ αγαπάς και να με στηρίζεις. Ένιωθα από συγκίνηση βαθιά να πλημμυρίζεται η ψυχή μου ακούγοντας τα τόσο απλά και ευγενικά λόγια της Μαρίας που γίνονταν βάλσαμο για εμέ. Με τι όμορφους και μυστηριακούς τρόπους ο Θεός ενώνει τους ανθρώπους.
Παντού οι άνθρωποι ίδιοι. Δεμένοι μέσα στο νου τους προσπαθούν να πολεμήσουν καθετί που χαλάει την ησυχία τους.
Γνώρισα τη Μαρία από κοντά και οφείλω να δώσω μαρτυρίαν για αυτό ως ιερή υποχρέωση αλλά και ως τιμή να μιλώ για κείνη.
Η ομορφιά σου, Μαρία, και η Χάρη που σε διέκρινε σ’ όλες τις κινήσεις σου γινόταν αφορμή, όχι αιτία να σκανδαλίζονται οι άνθρωποι.
Η Θεοτόκος σε αγκάλιασε. Πήρε το πρόσωπό σου και το έκλεισε μέσα στα χέρια της και κοίταξε βαθιά τα μάτια σου. Σε αναγνώρισε και τούτη η στιγμή της συνάντησής σας μέσα στους αιώνες έφερε συγκίνηση και δάκρυα ανάβλυσαν απ’ τα μάτια Της. Ήξερες ότι είχες την Αγάπη Της μα αισθάνθηκες ότι θάχεις πάντα τη στήριξή Της και τη βαθύτατη κατανόηση που μπορεί νάχουν δύο ψυχές που προέρχονται από την ίδια Ουσία αλλά επιτελούν διαφορετικές σκοπιμότητες. Σε ονόμαζε κόρη μου, Μαρία μου.
Δεν σε αμφισβήτησε ποτέ μα φρόντιζε αθόρυβα και αφανώς να σε θεραπεύει και να επουλώνει με την Αγάπη Της, την τόσο διακριτική και αθέατη, τις πληγές που άνοιγαν οι άνθρωποι στην ψυχή σου αγνοώντας τις παραινέσεις του Ιησού.
Θεέ μου, με τι μοναδικό, περίτεχνο τρόπο είχες απεικονίσει τη Φλόγα Σου, την Ουσία Σου μεσ’ τη μορφή της Θεοτόκου.
Μάνα μου αγαπημένη, Μάνα, αναπολώ την παρουσία σου, αναπολώ τη μορφή Σου και τα λόγια Σου έρχονται να θυμίσουν στην ψυχή μου την ποιότητά Σου.
Δεν έφυγες Μάνα από τη γη. Ήσουν από εκείνες τις υποστάσεις που δεν εγκατέλειπαν ποτέ τον άνθρωπο στην εξέλιξή του. Ήσουν πάντα παρούσα, έτοιμη να δώσεις τα σημεία της Παρουσίας σου. Έτσι και τούτη τη στιγμή θυμάμαι τις νουθεσίες σου αλλά και τον απέραντο σεβασμό με τον οποίον μου μιλούσες για τη Θεοτόκο.
Κανείς απ’ τους ανθρώπους, παιδί μου, δεν μπορεί να αναγνωρίσει τη Μητέρα του Ιησού. Όμως οι Άγγελοι προσκυνούν πριν Της μιλήσουν και στο πέρασμά Της η Δημιουργία σκύβει ταπεινά από Ευχαριστία που η Μήτηρ Αυτού αγγίζει τα χώματα της γης και έρχεται σε επαφή με τις ανθρώπινες καταστάσεις. Ω παιδί μου αγαπημένο, είθε ο Θεός να ευλογήσει τα βήματά σου να συναντηθείς ξανά μ’ Εκείνην.
Ήταν παρούσα κατά τη γέννηση του Ιωάννη. Ήρθε και γέμισε το σπίτι μου με το Φως Της και την Αγάπη Της για να υποδεχθεί κι Εκείνη την γέννησή Του. Τα Άγια χέρια Της με βοήθησαν και οι παλμοί της καρδιάς Της ενώθηκαν με τους δικούς μου για να δοξολογήσουμε τον Θεό που έδινε σημεία της Παρουσίας Του.
Θα θυμηθείς κι άλλα, μην ανησυχείς. Ακόμη κι αν εσύ τα κλείσεις μέσα σου φοβούμενη μήπως οι άνθρωποι τα βεβηλώσουν, θα θυμηθείς. Θα στα θυμίσει ο Θεός γιατί υπάρχουν ανεξίτηλα μέσα σου κι όταν Εκείνος ορίζει, θα ξυπνούν και θ’ ανοίγονται οι σελίδες της ζωής σου.
