Δάσκαλος Ν. Χαϊλαντέλης
Κόντευε να σουρουπώσει, ο ήλιος σιγά-σιγά χάνονταν στον ορίζοντα και τα πρώτα αστέρια με μεγαλοπρέπεια κάνανε την εμφάνισή τους. Περπατούσα στο δρόμο ξυπόλυτος, μα δεν πονούσανε οι πατούσες μου. Η συνήθεια βλέπεις. Πάει τόσος καιρός που είμαι χωρίς παπούτσια. Το κορμί μου ημίγυμνο, ρακένδυτος που λένε, αλλά δεν αισθανόμουν το ψύχος. Είχα συνηθίσει και μάλιστα είχα συνηθίσει τόσο πολύ που μου φαίνονταν φυσιολογικό. Μήπως και οι άλλοι δεν ήταν σαν εμένα; Στη χάση και στη φέξη έβλεπες κάποιον με κανένα ρούχο της προκοπής ή κανένα ζευγάρι παπούτσια στα πόδια του. Μεγάλη φτώχεια σ’ αυτόν τον τόπο. Δεν θυμάμαι πόσο καιρό περπατάω. Έχω ξεχάσει. Το μόνο που νιώθω είναι η εξάντληση. Άρχισα να παραπατάω.
– Πρέπει κάπου να βρω να ξαποστάσω, σκέφτηκα. Μα πριν προλάβω να τελειώσω τη σκέψη μου, στο βάθος του δρόμου, γύρω στα πεντακόσια μέτρα, μια ξύλινη καλύβα, απ’ αυτές που συναντάς στα δάση, έκανε την εμφάνισή της.
– Να πάω να ζητήσω φιλοξενία, σκέφτηκα. Και ενώ διάφορες σκέψεις στροβίλιζαν στο μυαλό μου και πριν καλά-καλά τις ολοκληρώσω βρέθηκα στο κατώφλι μιας ξύλινης εξώπορτας.
– Ω, Θεέ μου είναι κάτι υπέροχο. Μέσα σ’ αυτήν την ερημιά μια μικρή ξύλινη καλύβα. Μα εκείνο που προκάλεσε το θαυμασμό μου ήταν ο πανέμορφος κήπος με πανέμορφα πολύχρωμα λουλούδια διαφόρων ειδών, που διέχεαν την ευωδία τους πολλά μέτρα τριγύρω. Αλλά εκεί που ήμουν συνεπαρμένος απ’ αυτήν την ομορφιά που σπάνια συναντά κανείς και απορροφώντας την ευωδία που διαχεόταν γύρω σαν τη μέλισσα που απορροφά τη γύρη απ’ τα ανοιξιάτικα άνθη, μια φωνή με επανέφερε στην πραγματικότητα.
– Καλώς τόνε! Πέρνα μέσα παιδί μου να ξαποστάσεις, φαίνεσαι ταλαιπωρημένος, μου είπε. Ήτανε η φωνή ενός Γέροντα, ψηλού με πανέμορφα χαρακτηριστικά, που εκείνη τη στιγμή περιποιόταν τον κήπο του, που εξέπεμπε τόση ζεστασιά και τόση καλοσύνη που γινόταν αμέσως αισθητή. Αυτή η ζεστασιά προκάλεσε δύο δάκρυα που αυλάκωσαν τα μάγουλά μου. Βλέπεις είχα χρόνια να νιώσω κάτι παρόμοιο.
– Τι έχεις παιδί μου; Γιατί κλαις; Πέρασε μέσα, συνέχισε ο Γέροντας. Πράγματι, χωρίς δεύτερη κουβέντα βρέθηκα μέσα στην καλύβα. Αφού μου έδωσε να φάω ό,τι καλύτερο είχε, στη συνέχεια μου έπλυνε τα πόδια βάζοντας στις πληγές μου κάτι σαν αλοιφή που κατασκεύασε ο ίδιος από κάτι βότανα. Έστρωσε ένα κρεβάτι και με την πιο γλυκιά φωνή που άκουσα ποτέ, μου είπε:
– Ξεκουράσου παιδί μου.
Όλη την ώρα που συνέβαιναν τα παραπάνω γεγονότα δεν σταμάτησα λεπτό τα αναφιλητά και τους λυγμούς, μα εκείνος ατάραχος συνέχιζε τις περιποιήσεις Του. Δεν ανταλλάξαμε καμιά κουβέντα εκείνο το βράδυ. Ξαπλώνοντας με πήρε αμέσως ο ύπνος.
Ένας πετεινός και τα κελαϊδίσματα των πουλιών ήταν η αιτία του ξυπνήματος μου. Σηκώθηκα νωχελικά τεντώνοντας τα χέρια μου, μα τα κατέβασα απότομα βλέποντας στην απέναντι γωνιά τον Γέροντα υπομονετικά να κάθεται και να με κοιτά. Πιο δίπλα απ’ το κρεβάτι μου ένα ποτήρι φρέσκο γάλα και μία φέτα ψωμί με μέλι ήταν έτοιμα.
– Φάε παιδί μου, σου χρειάζεται, ακούστηκε η φωνή του Γέροντα.
Με βουλημία έφαγα το ψωμί με το μέλι και ήπια το γάλα. Παρατηρώντας με ο Γέροντας μειδίασε με τόση Αγάπη και με τόση κατανόηση, που μου προξένησε εντύπωση.
– Έλα παιδί μου, ακούστηκε η φωνή του Γέροντα. Έλα κάτσε εδώ δίπλα μου και πες μου ποιος είσαι και πού πας.
Κούρνιασα δίπλα στον Γέροντα και μη γνωρίζοντας τι ήταν εκείνο που μου προξενούσε τόση εμπιστοσύνη σ’ αυτόν τον άνθρωπο, χωρίς δεύτερη κουβέντα, απάντησα στην ερώτησή του.
– Με λένε Νικόλαο, Γέροντα μου. Όσο για το πού πάω είναι μία πικρή ιστορία.
Από μικρός ήθελα να φύγω από το σπίτι του Πατέρα μου, γιατί νόμιζα πως θα έβρισκα την ευτυχία και την ελευθερία όπως εγώ τη φανταζόμουν. Ο καλός μου Πατέρας προσπάθησε να με συνετίσει, λέγοντάς μου πως θα μου συμβούν όλα όσα στη συνέχεια πέρασα. Ω, Θεέ μου, δεν τον άκουσα. Ζητούσα επίμονα να μου παραδοθεί το μερίδιό μου και να φύγω, να βρω την τύχη μου. Αυτός με πίκρα στην καρδιά για την απόφασή μου, μου παρέδωσε το μερίδιό μου και με αποχαιρέτησε. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, Γέροντα μου, εκείνη τη στιγμή. Είχε τόση αγάπη ο Πατέρας μου που μου επέτρεψε να φύγω. Μα ακόμη αντηχούν τα λόγια του στα αυτιά μου, “πάνε στο καλό, παιδί μου, θα σε περιμένω να ξανάρθεις”. Πήρα το δρόμο του αποχωρισμού. Σε κάθε πόλη που συναντούσα έπινα, γλεντούσα με γυναίκες, έτρωγα σε πλούσια τραπέζια, έκανα ό,τι ήθελα, νομίζοντας πως είχα βρει την ευτυχία. Ώσπου μετά από χρόνια ήλθε η στιγμή που τα χρήματα απ’ το μερίδιό μου τελείωσαν. Και τότε μια εμπειρία που δεν μπορεί να την ξεριζώσει κανείς από μέσα μου, άρχιζε να με συνετίζει. Η αγνωμοσύνη, η αχαριστία, η ιδιοτέλεια του κόσμου ήταν μερικά απ’ τα αγκάθια που πλήγωναν την τρυφερή μου καρδιά. Όσο είχα λεφτά, Γέροντα μου, όλοι ήταν κοντά μου, όλοι ήταν φίλοι μου, όλοι με αγαπούσαν. Σαν τελείωσαν τα χρήματά μου, τότε ήμουν για όλους αυτούς άγνωστος. Όλοι με παραπετάξανε. Ακόμη και ο καλύτερός μου φίλος που περάσαμε τόσα μαζί, ακόμη και αυτός, Γέροντά μου, στις δύσκολες στιγμές μου δεν με βοήθησε. Αλλά δεν του κρατάω κακία. Ο θεός να τον έχει καλά. Όμως ήταν για μένα μία τραυματική εμπειρία, γιατί αθώος σ αυτόν τον κόσμο, πίστεψα πως όλοι σκέφτονταν όπως εγώ και αυτό το πλήρωσα ακριβά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Κατόπιν προσπάθησα να βρω δουλειά για να ζήσω. Αλλά και εκεί ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με την αδικία, με την εκμετάλλευση. Όλη μέρα δούλευα για ένα κομμάτι ψωμί. Η συνείδησή μου όμως επαναστάτησε. Δεν χωρούσε την αδικία και από τότε έγινα ο επαναστάτης στα μάτια τους και δουλειά δεν έβρισκα. Όλοι οι δρόμοι μπροστά μου κλείστηκαν, η απογοήτευση με οδήγησε στην απόγνωση και πολλές φορές σκέφτηκα να αυτοκτονήσω. Αλλά πάντα αντηχούσε στ’ αυτιά μου η φωνή του Πατέρα μου, “θα σε περιμένω να ξανάρθεις”. Από τότε πάνε πολλά χρόνια που ψάχνω το δρόμο να επιστρέψω σ’ Αυτόν, είναι πολύς καιρός βλέπεις, και ξέχασα το δρόμο. Αλλά πάντα ψάχνω. Κατά καιρούς ρωτούσα διάφορους αν γνωρίζουν τον Πατέρα μου, για να μου δείξουν το δρόμο. Πολλοί ήταν εκείνοι που μου είπαν πως τον γνώριζαν αλλά και αυτοί δεν ξέραν το δρόμο. Άλλοι μου είπαν πως τον ξέρανε και προθυμοποιήθηκαν να μου δείξουν και το δρόμο. Μα στη συζήτηση επάνω κατάλαβα πως δεν τον γνωρίζανε, πως μου μιλούσαν για κάποιον άλλον.
– Μα δεν είναι αυτός ο Πατέρας μου, τους έλεγα. Ο Πατέρας ο δικός μου είναι γεμάτος Αγάπη. Δεν μπορεί να είναι αυτός που μου λέτε, άρα και ο δρόμος που μου δείχνετε δεν είναι αυτός. Και απομακρυνόμουν από κοντά τους. Και από τότε Γέροντα μου ψάχνω.
Συνεπαρμένος από τη διήγηση και χαμένος μέσα στις μνήμες μου δάκρυσα. Ω, Θεέ μου, δύο δάκρυα σαν ξάστερο διαμάντι αυλάκωσαν τα γεμάτα ζωή μάγουλα του Γέροντα.
– Γέροντα μου, κλαις;
– Συγκινήθηκα παιδί μου, ήταν η απόκριση του Γέροντα.
– Με τη σειρά μου Γέροντα, μπορώ να κάνω και εγώ μία ερώτηση; Πώς σε λένε;
– Ιωάννη, παιδί μου, ακούστηκε μια φωνή που δεν μου θύμιζε τίποτα το γήινο. Ήταν ένας μεταλλικός ήχος, μία αρμονική σύνθεση που θα αδυνατούσε και ο πλέον καλύτερος μουσουργός να καταγράψει. Στο άκουσμα του ονόματος Του λες και ηλεκτρικό ρεύμα μεμιάς διαπέρασε το είναι μου. Μα δεν κατάλαβα γιατί, όσο και αν προσπαθούσα να το εξηγήσω.
– Εγώ θα σου δείξω το δρόμο για να βρεις τον Πατέρα σου, παιδί μου. .
– Εσύ Γέροντά μου; Είπα έκπληκτος και με αγωνία άρχισα να τον ρωτάω για διάφορα πράγματα. Μα επιβλητικός και γεμάτος Αγάπη σήκωσε το χέρι του και μου είπε:
– Μη βιάζεσαι, παιδί μου. Δεν είναι και τόσο εύκολος ο δρόμος όσο τον φαντάζεσαι, της επιστροφής στον Πατέρα σου. Εγώ δεν θα σου τάξω τίποτα, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου δώσω κάποια εφόδια γι’ αυτόν το δύσκολο δρόμο. Αλλά τώρα νύχτωσε. Βλέπεις με την κουβέντα πέρασε και η μέρα. Κοιμήσου τώρα και αύριο τα ξαναλέμε.
Έπεσα στο κρεβάτι να κοιμηθώ, αλλά μάταια. Τα μάτια μου δεν έκλειναν, η αναστάτωση που ένιωσα αναμεμιγμένη με χαρά και αγωνία ήταν η αιτία διαφόρων σκέψεων που στροβίλιζαν στο μυαλό μου όλη νύχτα. Μα πιο πολύ εκείνη η φράση του Γέροντα “Εγώ δε θα σου τάξω τίποτα, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου δώσω κάποια εφόδια γι’ αυτόν το δύσκολο δρόμο”. Τι να εννοούσε άραγε;
Το επόμενο πρωί, πολύ πρωί, πριν ακόμη ο πετεινός λαλήσει και πριν ακόμη τα πουλιά κελαϊδίσουν, ήμουν στο πόδι.
– Δεν κοιμήθηκες ε; Ακούστηκε η φωνή του Γέροντα, που ήταν ακόμη ξαπλωμένος στο κρεβάτι.
– Μας περιμένει δύσκολη μέρα, παιδί μου. Και πηγαίνοντας να ανοίξει το ράφι για το πρωινό τον διέκοψα.
– Άσε, Γέροντά μου, θα το ετοιμάσω εγώ. Δώσε μου σε παρακαλώ αυτήν τη χαρά, άσε με να στα προσφέρω κι ας είναι δικά σου. Ετοίμαζα το πρωινό γεμάτος χαρά, λες και αναζωογονήθηκα. Ήμουν τελείως άλλος άνθρωπος.
– Γέροντα μου, να σου πω κάτι;
– Ξέρω, ξέρω, ανακαινίσθηκες. Να το θυμάσαι πάντα πως η αρχή του δρόμου είναι η μετάνοια. Λοιπόν, συνέχισε ο Γέροντας, θα σου δώσω τρία εφόδια για να τα έχεις στο δρόμο σου, στο δρόμο της επιστροφής σου στον Πατέρα σου. Το μόνο που θέλω από εσένα είναι να δείξεις μεγάλη προσοχή.
– Ας αρχίσουμε απ’ το πρώτο εφόδιο, το οποίο είναι εξίσου απαραίτητο όπως και τα άλλα δύο που θα σου παραδώσω. Και βαδίζοντας αργά προς ένα συρτάρι το άνοιξε και με περισσό σεβασμό έβγαλε ένα ρολό, κιτρινισμένο απ’ το χρόνο. Έρχεται κοντά μου, ξεδένει μια κυανή κορδέλα που το έδενε και το ανοίγει πάνω στο τραπέζι.
– Αυτός, παιδί μου, είναι ένας χάρτης που έφτιαξα εγώ. Εδώ μέσα είναι συμπυκνωμένη η εμπειρία μου, γιατί αυτόν το δρόμο τον έκανα εγώ πριν από εσένα. Εδώ έχω καταγραμμένα όλα τα μονοπάτια, τις επικίνδυνες βουνοκορφές, τις απόκρημνες χαράδρες, τους βούρκους με την κινητή άμμο, που καιροφυλακτούν να καταπιούν τον άνθρωπο, τα ποτάμια που πρέπει να περάσεις. Και εδώ βλέπεις τα διάφορα σημεία που κατοικούν άγρια και επικίνδυνα ζώα. Βλέπεις ο δρόμος είναι στενός και τεθλιμμένος, παιδί μου. Αυτός ο χάρτης λέγεται “Γνώση”. Είναι η γνώση που πρέπει να λάβεις ως εφόδιο για το δρόμο σου. Σε πολλούς παιδί μου έδωσα αυτόν το χάρτη, αλλά παρέμειναν στη γνώση που τους παρείχε και ακόμη δεν αποφάσισαν να τον διαβούν, θα σε αφήσω ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να γνωρίσεις το χάρτη για να ξέρεις πού βρίσκονται τα επικίνδυνα σημεία. Μελέτη, λοιπόν.
– Τα άλλα δύο εφόδια Γέροντα;
– Μη βιάζεσαι παιδί μου, όλα θα έρθουν με τη σειρά τους. Εσύ προς το παρόν μελέτησε το χάρτη.
Μέρα και νύχτα μελετούσα το χάρτη για να πάρω τη γνώση όλων των κακοτοπιών που είχε ο δρόμος. Ο Γέροντας με ικανοποίηση με παρακολουθούσε και ήταν πάντα πρόθυμος σε κάθε μου απορία να μου εξηγήσει. Ενώ εγώ μελετούσα το χάρτη, Εκείνος γαλήνιος περιποιόταν τον κήπο του. Ώσπου ένα πρωινό με φώναξε κοντά του.
– Ήλθε η ώρα παιδί μου να σου παραδώσω και το δεύτερο εφόδιο, που πρέπει απαραιτήτως να έχεις μαζί σου. Και πηγαίνοντας αργά προς το ράφι βγάζει ένα όπλο.
– Τι είναι αυτό Γέροντα, του λέω. Πρώτη φορά βλέπω τέτοιο πράγμα.
– Χμ, χαμογελά ο Γέροντας. Αυτό είναι ένα όπλο που το λένε “Προσευχή”. Δεν το γνωρίζεις γιατί αυτό είναι τελευταίας τεχνολογίας. Είναι ακρίβειας και μεγάλου βεληνεκούς, δεν είναι σαν τα άλλα που μέχρι σήμερα έχεις δει. Είναι κατασκευασμένο σύμφωνα με τις αναγκαιότητες των κινδύνων που γνώρισα διανύοντας και εγώ αυτόν το δρόμο. Δεν θα στο δώσω γεμάτο, μέχρι να σε εκπαιδεύσω κατάλληλα για τη χρήση του. Εδώ θέλω να δώσεις μεγάλη προσοχή, γιατί χωρίς αυτό δεν πρόκειται να ξεπεράσεις τις δυσκολίες του δρόμου, θα το έχεις πάντα οπλισμένο, πάντα έτοιμο και αναλόγως την περίπτωση μπορείς να το χρησιμοποιήσεις για να βοηθήσεις και άλλους που θα συναντήσεις στο δρόμο σου, που ίσως αυτοί να μην έχουν το ίδιο όπλο, όπως έχεις εσύ.
– Τώρα δουλειά, για να μάθεις να το χειρίζεσαι.
Έκανε πολλές βολές ο Γέροντας και όλες επιτυχημένες μέχρι να μου δείξει τον τρόπο λειτουργίας του. Εγώ κοντά του πρόσεχα ακριβώς τι έκαμε. Στην αρχή δεν ήμουν και τόσο καλός στις βολές μου. Δεν είχαν μεγάλο βεληνεκές. Μα με τον καιρό και εξαιτίας της μεγάλης εκπαίδευσής μου γινόμουν καλύτερος.
Ένα πρωινό μετά από πολύ καιρό με φώναξε πάλι κοντά Του.
– Έλα παιδί μου να σου δώσω το τρίτο και τελευταίο εφόδιο, το οποίο και αυτό είναι απαραίτητο όπως και τα δύο προηγούμενα, για το δρόμο της επιστροφής σου στον Πατέρα σου. Και ανοίγοντας ένα σεντούκι που βρισκόταν δίπλα από το κρεβάτι του έβγαλε μία κατάλευκη χρυσοκέντητη φορεσιά με ένα πολύχρωμο κεντημένο σταυρό στο μέρος του στήθους.
– Έλα κοντά μου να στη φορέσω, μου είπε. Κατόπιν απ’ το ίδιο σεντούκι έβγαλε δύο σανδάλια και τα πέρασε στα πόδια μου. Μετά έβγαλε μία μπέρτα χρώματος κυανού και μου την πέρασε στον ώμο.
– Για πάνε πιο κει να σε δω, μου λέει ο Γέροντας. Χμ, καλός είσαι. Αυτή η φορεσιά, παιδί μου, λέγεται “Χάρη” και χωρίς αυτήν ο δρόμος σου θα ήταν πιο δύσκολος. Δεν μπορείς να τον βαδίσεις ρακένδυτος και ξυπόλυτος όπως ήσουν. Πώς θα πήγαινες έτσι στον Πατέρα σου, που έχει χρόνια να σε δει; Έλα κοντά μου τώρα, ακούστηκε η φωνή Του, και τοποθετώντας το χέρι Του στο κεφάλι μου, είπε:
– Σε βαπτίζω στο όνομα του Πατέρα Μου, Ιωάννη. Τώρα παιδί μου δεν σε λένε Νικόλαο, αλλά το όνομά σου είναι Ιωάννης.
Σαν καταρράχτες απ’ τα μάτια μου έτρεχαν τα δάκρυά μου.
– Έλα, μην κλαις, μου είπε και με χτύπησε στον ώμο. Πάρε το χάρτη, πάρε το όπλο. Τώρα είσαι και κατάλληλα ντυμένος και άντε στο καλό.
– Δάσκαλέ μου δε θέλω να φύγω, θέλω να μείνω μαζί σου, του απάντησα.
– Αυτό, παιδί μου, δεν γίνεται. Ο Πατέρας σου σε περιμένει. Άντε στο καλό. Να έχεις την Ευλογία Μου.
– Δάσκαλέ μου, πριν φύγω να σου κάνω μία τελευταία ερώτηση;
– Ναι, παιδί μου, τι θέλεις;
– Δάσκαλε, αφού βρήκες το δρόμο, γιατί είσαι εδώ;
Για σένα, παιδί μου. Πού θα έβρισκες τα εφόδια για το δρόμο σου; Και μην ξεχνάς πως σε κάποιο σημείο του δρόμου και εσύ θα κάνεις το ίδιο… Καλό ταξίδι.
