Εάν εξετάσουμε τη ζωή και την εξέλιξη των ανθρώπων μέσα στους αιώνες, θα δούμε συνυφασμένη με την ύπαρξη της ανθρωπότητας την έννοια της πίστης.
Άσχετα από τον χρόνο, τις εποχές, τις συνθήκες. Άσχετα από την καλλιέργεια, την εκλέπτυνση και τη στάθμη της εκδήλωσής του, ο άνθρωπος πίστευε. Και αυτή η πίστη τον ωθούσε να προχωρήσει, να δημιουργήσει, να ζήσει. Μέσα στη μακραίωνη ιστορία του, πίστεψε και ακολούθησε πολλές και διαφορετικές μορφές ιδεών και αγωνίστηκε να τις υλοποιήσει.
Τι είναι όμως αυτή η πίστη, που εκδηλώνεται από τα πιο χαμηλά πεδία των υλόφρονων και πλανημένων καταστάσεων, μέχρι τα Ύψιστα και Υπέρτατα πεδία της Ένωσης και της Θέωσης; Ποια είναι η κρυφή και μυστηριακή λειτουργία της που ωθεί, ενεργοποιεί και δυναμώνει την προσπάθεια για την επίτευξη και πραγμάτωση κάθε τιθέμενου στόχου;
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην πίστη που εκδηλώνεται σε πράγματα καθαρά υλικά και στην πίστη την Πνευματική, ή μήπως είναι στάδια μιας ενιαίας εξέλιξής της;
Όλες αυτές οι ερωτήσεις είναι αδύνατον να εξηγηθούν με την αντίληψη ενός περιορισμένου νου, που έχει μάθει να διαχωρίζει. Φαίνονται χωρίς απάντηση, γιατί ακριβώς ο άνθρωπος δεν γνωρίζει την Ουσία της πίστης, την πραγματική της σύσταση. Όμως μέσα στο Απέραντο Είναι του Θεού υπάρχουν τα πάντα. Μέσα σ’ αυτό το Απέραντο Είναι, βρίσκονται οι απαντήσεις και από εκεί πρέπει ν’ αντλήσει την Αλήθεια.
Ο Άνθρωπος εξεπορεύθη από τον Πατέρα ως Πνεύμα, Ουσία Θεία, όμοια με την Ουσία του Παντός. Φωταυγές νεφέλωμα ικανό να συστέλλεται σε ένα μόριο και να διαστέλλεται στο Άπειρο. Πυρήνας Ενεργείας με απεριόριστες δυνάμεις, που τροφοδοτείτο από το Αδιαχώριστο και Αδιάσπαστο με αυτόν «Είναι» του Θεού.
Αυτός ήταν ο Άνθρωπος στην αρχή της Δημιουργίας, πριν οι αιώνες να τον εντάξουν στον δικό τους ρυθμό και η εμπράγματη γνώση να τον περιορίσει στα στενά, απτά της όρια. Ο Ένας Άνθρωπος, ο ενταγμένος στη Ροή του Λόγου του Πατέρα, ο ενούμενος και αφομοιούμενος εξακολουθητικώς με τη Θεία Ουσία του Απέραντου Θεού.
Ζούσε μέσα στους Ουρανούς του Πατέρα, που ήταν και οι δικοί του Ουρανοί. Απόλυτη Ταύτιση, απόλυτη Ένωση υπήρχε παντού. Η Ισορροπία, η Τελειότητα και η Αρμονία κοσμούσαν το Σύμπαν. Το Αρνητικό και το Θετικό, τα δύο τμήματα τα απαραίτητα για να δημιουργήσουν το Ένα, το Ουδέτερο, το Απόλυτο, έδεναν με Αρμονία μεταξύ τους, εισχωρούσαν το ένα μέσα στο άλλο και αλληλοσυμπληρώνονταν, για να μορφώσουν τη Μία Δύναμη, την Τελειότητα, την Αγάπη, τον Θεό.
Ο Άνθρωπος ήταν ακούσια και παθητικά Θεός. Ζούσε την Αρμονία και την Τελειότητα, γιατί δεν ήξερε να κάνει τίποτα άλλο. Κινείτο με την Ενέργεια του Λόγου, γιατί γεννήθηκε μέσα σ’ αυτήν, Ένα μ’ αυτήν. Απολάμβανε τους Υπερτέλειους ήχους και το Έκπαγλο Φως, όμως δεν συνέτεινε καθόλου σ’ αυτό. Απλώς ελκόταν από το Φως, γιατί είχε την ίδια Ουσία μ’ αυτό και επιζητούσε την Αρμονία, γιατί και ο ίδιος ήταν Αρμονία.
Σ’ αυτή την κατάσταση ο Άνθρωπος δεν είχε ανάγκη από την πίστη. Κατείχε εντός του όλες τις γνώσεις, ήταν όλες οι γνώσεις, ζούσε ταυτόχρονα στα πάντα. Η Απόλυτη Γνώση της Ενοποιημένης Ύπαρξής του ήταν η πίστη του. Δεν υπήρχαν κενά, απορίες, υπήρχε μόνο Ολοκλήρωση και Γαλήνη. Μια Ολοκλήρωση και Γαλήνη όμως παθητική, που δεν μπορούσε να τον φέρει στη συνειδητή εκδήλωση ενεργοποιημένου Θεού μέσα στη Θεότητα.
Και ο Θεός άφησε τον Άνθρωπο να ζήσει μέσα στους Ουρανούς Του, τους Ουρανούς που ήταν, είναι και θα είναι και δικοί του, μέχρι τη στιγμή εκείνη που καταστάλαγμα Αρμονίας, Τελειότητας, Αγάπης και Ενεργείας Λόγου ενεκλείσθη μέσα του. Μέχρι τη στιγμή, δηλαδή, που ο Άνθρωπος έπαψε παθητικά και μόνο να διαβιεί στους Ουρανούς, εξαιτίας της Ομοουσιότητας με τον Πατέρα, αλλά αυτόβουλα και ενεργητικά κινήθηκε και θέλησε να δημιουργήσει και αυτός Αρμονία, αντλώντας από τον ίδιο του τον Εαυτό, την ίδια του τη Θεότητα.
Και τότε ο Άνθρωπος, που ολόκληρος ήταν ένα Κέντρο Ενεργείας, Φωτός και Ζωής, μία Εστία Θείων δονήσεων και κυμάτων, ένας Πυρήνας ακαταλύτων Δυνάμεων, κρίθηκε ικανός από τον Πατέρα ν’ αρχίσει το δικό του αγώνα, να συντείνει πλέον ενεργά και όχι παθητικά στην Αρμονία και Ισορροπία των Συμπάντων, όπως ήταν και ο αρχικός προορισμός του. Και με την άδεια του Πατέρα και διαμέσου της Ενεργείας του Λόγου, το καταστάλαγμα που η πρώτη αυτόβουλη κίνησή του ενέκλεισε μέσα του, μόρφωσε την Ψυχή του, το αδιαχώριστο κομμάτι του.
Έτσι η πρώτη ενεργητική κίνηση του Ανθρώπου δημιουργεί την Ψυχή του, το καταστάλαγμα, δηλαδή, της Αγάπης, της Αρμονίας και του Φωτός, που προέρχεται από τη δική του επιθυμία συμμετοχής στην Τελειότητα. Και η Ψυχή ως απόρροια της θείας ενεργητικότητας του Ανθρωπίνου Πνεύματος, ωθεί το Πνεύμα σε μεγαλύτερη ενεργοποίηση. Η δύναμη της Αγάπης και του Φωτός ξυπνά μία – μία τις θείες ιδιότητες του Πνεύματος, που μέχρι τώρα παρέμεναν κοιμισμένες και παθητικές. Και όσο περισσότερες ιδιότητες ξυπνούν, όσο περισσότερες Θείες Γνώσεις εξέρχονται από την αδράνεια και την παθητικότητα σε ενεργοποίηση, τόσο αυξάνει το καταστάλαγμα της Αγάπης, της Αρμονίας και του Φωτός, το δυναμικό, δηλαδή, της Ψυχής.
Και ο Άνθρωπος αρχίζει να προσφέρει μέσα στο Σύμπαν ξυπνώντας τις Θείες Γνώσεις με τη δύναμη της Αγάπης και να ζει στους Ουρανούς του Πατέρα εγκαταλείποντας πλέον την παθητικότητα. Όμως η Θεία Παντογνωσία που η Ψυχή του αφύπνισε, τον φέρνει για πρώτη φορά αντιμέτωπο με το Μυστήριο της Δημιουργίας του και το Μυστήριο του Σύμπαντος. Δύναται τώρα να κατανοεί την ένταξή του μέσα στο Λόγο και την αυτούσια Ουσία που τον αποτελεί.
Η ενοποιημένη Δυάδα Πνεύμα – Ψυχή, Αδάμ – Εύα, αντιλαμβάνεται τη Δύναμή της και θέλει αυτή τη Δύναμη αποκλειστικά δική της. Παρόλο που παθητικά ζούσε μέσα στην Ενότητα, τώρα δεν μπορεί να την κατανοήσει. Έτσι διασπά την Ενότητά της και απομονώνεται σε δύο διαφορετικές εκδηλώσεις. Το Πνεύμα και η Ψυχή, ο Αδάμ και η Εύα αποχωρίζονται διατηρώντας μόνο μικρούς αγωγούς επαφής, γιατί η Ενότητα σημαίνει γι’ αυτούς μοίρασμα και όχι ολοκλήρωση.
Το πρώτο αυτό διαχωριστικό ένδυμα που έβαλαν, διασπά την Ουδετερότητα και την Αρμονία. Αποκόβει τον Άνθρωπο από τον Θεό. Τον αφήνει απροστάτευτο στις επιδράσεις της διττότητας, που τον ωθούν συνεχώς σε μεγαλύτερες αποκλίσεις από την Αλήθεια. Ο Άνθρωπος θέλησε να απεκδυθεί την Ενότητα, ακολουθώντας μια πορεία γεμάτη αντιθέσεις, που δεν μπορούσε να αντιπαρέλθει και έπεσε στην πλάνη.
Μόλις η Ουδετερότητα διασπάται, η Απόλυτη Γνώση της Ύπαρξης ενδύεται με στοιχεία πλάνης. Πίστη και Γνώση χάνουν την ταύτισή τους. Η ανισορροπία του Ανθρώπου ενεργοποιεί την πίστη, για να καλύψει τα κενά της άγνοιας και της πλάνης, που δημιούργησε η διαχωριστική κάλυψη της Ενοποιημένης Ύπαρξης.
Όσο ο Άνθρωπος ενδύεται με βαρύτερους κραδασμούς και αφήνει να παρεισφρήσουν μέσα του περισσότερα στοιχεία αναλήθειας, τόσο περισσότερο έχει ανάγκη από την πίστη, τόσο περισσότερο την ενεργοποιεί, ενώ ταυτόχρονα τόσο λιγότερο αντιλαμβάνεται, ότι η Ουσία της ύπαρξής της είναι η ενυπάρχουσα καλυμμένη εντός του Απόλυτη Γνώση.
Έτσι ο Άνθρωπος φθάνει στο πεδίο της ύλης. Φορά το βαρύτατο ένδυμα της σάρκας. Δέχεται τις επιρροές της διττότητας και των αντιθέσεων με όλους τους τρόπους και παραχωρεί την υπόστασή του σ’ αυτές. Η πίστη γίνεται γι’ αυτόν μία ώθηση, που δεν γνωρίζει από πού προέρχεται και την εκδηλώνει σύμφωνα με τους περιορισμένους λογισμούς και τοποθετήσεις του.
Όπως η κάθοδος του Ανθρώπου ήταν σταδιακή, έτσι και η εκδήλωση της πίστης από Απόλυτη Γνώση ως απλή ώθηση, ήταν σταδιακή. Κάθε σώμα – κάλυμμα που φορούσε ο Άνθρωπος, τον απομόνωνε μέσα στις δικές του συνθήκες. Μ’ αυτό τον τρόπο και η πίστη προσαρμοζόταν στις συνθήκες του σώματος – καλύμματος. Ανάλογα με τη σύνθεσή του, την εκλέπτυνση και τις εκδηλώσεις του, ήταν και η σύνθεση, η εκλέπτυνση και η εκδήλωση της πίστης.
Για να φθάσει στο επίπεδο της ύλης ο Άνθρωπος, φόρεσε επτά σώματα – καλύμματα και εκδήλωσε όλα τα στάδια πίστης. Επίσης έθεσε στο νου του, που αρχικά ήταν απεριόριστος, πολλούς φραγμούς και όρια, ανάλογα με το επίπεδο καθόδου, έτσι ώστε νους, σώμα – κάλυμμα και πίστη να βρίσκονται σε απόλυτη συνάρτηση και αρμονία.
Επομένως από αυτά διαφαίνεται, ότι κάθε σώμα – κάλυμμα μεμονωμένο κινείται με τμηματική πίστη. Δηλαδή, με την πίστη, που τα όρια του νου και οι δονήσεις του σώματος – καλύμματος επιτρέπουν. Αυτό ίσως δημιουργήσει την εντύπωση, ότι όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονται στο υλικό πεδίο πρέπει να εκδηλώνουν την ίδια μορφή πίστης. Αυτό όμως δεν είναι σωστό, ούτε παρουσιάζεται στην ανθρωπότητα. Αντίθετα, υπάρχουν πολλές και διάφορες μορφές και εκδηλώσεις πίστης.
Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται, γιατί η πίστη είναι συνάρτηση της εκλέπτυνσης, συγκοινωνίας, ενοποίησης, λειτουργικότητας και αρμονίας των σωμάτων. Όταν, δηλαδή, ένας άνθρωπος βρίσκεται αποκομμένος από τα άλλα σώματά του και λειτουργεί συνδεδεμένος μόνο με το σώμα της ύλης και τον περιορισμένο νου του διάνοια, οι εκφράσεις της ώθησης της πίστης του είναι χαμηλές, υλόφρονες, χωρίς Πνευματικότητα, χωρίς Αγάπη, χωρίς πραγματική δημιουργία. Αντίθετα, όσο περισσότερα σώματα ο Άνθρωπος έχει ενοποιήσει και εναρμονίσει, τόσο λιγότερα όρια έχει ο νους του, και τόσο πιο εκλεπτυσμένη είναι η εκδήλωση της πίστης του.
Στις περιπτώσεις που η ενοποίηση, λειτουργικότητα και αρμονία των σωμάτων – καλυμμάτων έχει προχωρήσει μέχρι τα ψηλότερα επίπεδα, η εκδήλωση της πίστης φλέγεται από τον πόθο για Ενότητα, Αγάπη, και συνειδητή εκδήλωση αυτών των καταστάσεων. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι πιθανόν να παρουσιάσει η πίστη πολλές μεταβλητές καταστάσεις. Μέχρι οι συνδέσεις να γίνουν άρρηκτες, και να πραγματοποιηθεί η συνταύτιση και πλήρη αρμονία των σωμάτων, ο Άνθρωπος εκδηλώνεται ανάλογα με την εσωτερική του κατάσταση από ψηλότερες ή χαμηλότερες εκδηλώσεις πίστης. Και μόνο όταν όλα τα σώματα γίνουν ένα, όταν οι λειτουργίες εναρμονιστούν, όταν ένας κτύπος και μια δόνηση διαπερνά, διακατέχει και αφομοιώνει όλα τα σώματα – καλύμματα, τότε η πίστη τείνει να συνταυτιστεί με την Απόλυτη Γνώση για να ξεφύγει ο Άνθρωπος από την ανάγκη της πίστης και να γυρίσει συνειδητά στην αρχική του κατάσταση.
Είναι φανερό, επομένως, ότι η τυφλή πίστη που επικρατούσε και επικρατεί ακόμα στην ανθρωπότητα, είναι λανθασμένη και τον απομακρύνει από την Αλήθεια. Εμποδίζει τους Σπινθηρισμούς της Ύπαρξης, που υπάρχει εντός του Ανθρώπου, να διασπάσουν τους φραγμούς της διάνοιας, να της προσδώσουν ελαστικότητα. Διατηρεί το φόβο της αποδοχής της Άχρονης και Άχωρης Υπόστασης, που υπάρχει εντός του. Αρνείται να δεχτεί τη δυνατότητα Θέωσης και την Αιώνια Ένωση και Ταύτιση με το Λόγο. Δεν μπορεί να χωρέσει την ύπαρξη του Ανθρώπου ως Θεού μέσα στον Θεό και την πλήρη μετουσίωσή του σε Αγάπη.
Η τυφλή πίστη είναι στάσιμη. Δεν δίνει δυνατότητες διάνοιξης των οριζόντων. Δεν βοηθά στην κατάργηση της διάνοιας και στην εγκαθίδρυση του Χριστικού Νου. Σύμφωνα μ’ αυτήν υπάρχει ο Άνθρωπος και ο Θεός. Το δημιούργημα και ο Δημιουργός. Αυτή είναι η μόνη σχέση, που μπορεί να κατανοήσει και να χωρέσει.
Όμως η Αλήθεια είναι, ότι ο Άνθρωπος και ο Θεός είναι ενωμένος, είναι Ένα. Επομένως είναι απαραίτητο η ανθρωπότητα να μετατοπιστεί στη συνειδητή πίστη, που είναι απόρροια της Απόλυτης Γνώσης, που υπάρχει εντός του Ανθρώπου και που είναι η μόνη, που μπορεί να ενοποιήσει τις επιμέρους εκδηλώσεις για να επιστρέφει ο Άνθρωπος συνειδητός Θεός μέσα στη Θεότητα.
Ο Χριστός, ο ενανθρωπισθείς Θεός, που περπάτησε στη γη, δίδαξε τον Άνθρωπο για την πίστη με πολλούς και διάφορους τρόπους. Μέσα στα Ευαγγέλια φαίνεται καθαρά, ότι τα θαύματα που τελούσε, γίνονταν βάσει της πίστης των επιζητούντων αυτά.
«Ακούσας δε ο Ιησούς εθαύμασε και είπε τοις ακολουθούσιν· αμήν λέγω υμίν, ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον» (Ματθ. Η΄, 10, Λουκ. Ζ΄, 9).
«Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επί κλίνης βεβλημένον και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών, είπε τω παραλυτικω· θάρσει, τεκνον· αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» (Ματθ. Θ΄, 2).
«Τότε ήψατο των οφθαλμών αυτών λέγων κατά την πίστιν υμών γεννηθήτω υμίν» (Ματθ. Θ΄, 29).
«Ο δε είπεν αυτή· θύγατερ η πίστις σου σέσωκέ σε· ύπαγε εις ειρήνην, και ίσθι υγιής από της μάστιγός σου» (Μαρκ. Ε΄, 34).
Για ποιο λόγο όμως ο Χριστός αναφερόταν στην πίστη των ανθρώπων, που ζητούσαν το Έλεος; Ο Χριστός είναι το Φως του Κόσμου, η Αλήθεια και η Ζωή, η Αγάπη και η Ένωση. Όταν η πίστη του Ανθρώπου εκδηλώνεται προς το Λόγο – Χριστό, ξεπερνά τα διάφορα διαχωριστικά της στάδια. Τη στιγμή, δηλαδή, που οι άνθρωποι οι οποίοι επικαλούνταν τη βοήθειά Του στρέφονταν προς Αυτόν, ευρισκόμενοι υπό την επίδραση της Θείας Φωτοχυσίας Του, ένωναν όλες τις επιμέρους εκδηλώσεις πίστης. Συνδέονταν με όλα τα επιμέρους σώματα – καλύμματα και τα εναρμόνιζαν. Ταυτίζονταν για κείνη τη χρονική στιγμή με την ευρισκόμενη εντός τους Απόλυτη Γνώση. Έτσι εισέρχονταν στην κατάσταση της Ενότητας, της Ισορροπίας και της Αρμονίας και οποιαδήποτε δυσαρμονία αποκαθίστατο άμεσα.
Ο Άνθρωπος χρησιμοποιώντας μ’ αυτόν τον τρόπο την πίστη του και κατευθύνοντάς την προς την Απόλυτη Αλήθεια, τον Λόγο – Χριστό, και ταυτιζόμενος με την Απόλυτη Γνώση, μπορεί να επαναφέρει την Αρμονία και να λειτουργήσει ως Θεός μέσα στη Θεότητα. Γι’ αυτό και τα Ευαγγέλια γράφουν: «ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· διά την απιστίαν υμών αμήν γάρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται· και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ΙΖ’, 20).
Υπάρχουν όμως και ορισμένες περιπτώσεις θεραπειών, που ο Χριστός επενέργησε μόνος Του, χωρίς να επικαλεστεί την πίστη του πάσχοντος. Αυτό φαίνεται στη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού. Με αυτόν τον τρόπο θέλει να μας καταδείξει, ότι η Απόλυτη Αγάπη, το Φως, η Απειρότητα, δεν έχουν χρείαν από τίποτα. Επενεργούν και επαναφέρουν την Αρμονία, χωρίς να έχουν ανάγκη από βοήθεια. Ο Θεός είναι Ανενδεής. Δεν έχει ανάγκη της βοήθειας του Ανθρώπου, για να επαναφέρει την Αρμονία στα Σύμπαντα. Όμως, επειδή ο Άνθρωπος έχει Θεία Προδιαγραφή Θεού μέσα στη Θεότητα, του δίνεται η ευκαιρία να συντελέσει και αυτός στην αποκατάσταση της Αρμονίας, ταυτίζοντας την υπόστασή του με την Ενότητα του Λόγου, ώστε ν’ αποκτήσει συνείδηση και υπευθυνότητα και να επιδιώξει την ταύτιση και την ένωση σαν μόνιμη κατάσταση της υπόστασής του.
Πέρα όμως από τα Ευαγγελικά κομμάτια που διδάσκουν για την πίστη στη Ζωή του Χριστού, η πίστη εκπροσωπήθηκε ζωντανά με έναν από τους μαθητές Του. Η Αγάπη του Πατέρα και Θεού ουδέποτε δίστασε να αποκαλύψει και περισσότερα από όσα ο περιορισμένος άνθρωπος της ύλης και της διάνοιας μπορούσε να κατανοήσει. Το Άπειρο Έλεος και η Άπειρη Κατανόηση ουδέποτε σταμάτησε να επιχέεται πάνω στο ανθρώπινο γένος, με σκοπό να διαλύσει τα ψηλά τείχη του σκοταδισμού και της Πνευματικής αδράνειας και να επιφέρει την κατάσταση εκείνη στην οποία η ανθρωπότητα θα μπορούσε να διακρίνει τη Θεία Αποκάλυψη και να προσκυνήσει την Αλήθεια.
Μέσα στο πέρασμα των αιώνων, η ανθρωπότητα διδάχτηκε με προφητείες, με φαινόμενα, με θαύματα και συμβολισμούς. Η Ουσία του Πνεύματος καλά κρυμμένη μέσα στις εκδηλώσεις και τους λόγους των φωτισμένων διαχέεται στη γη απροκάλυπτη γι’ αυτούς που έχουν τη δυνατότητα να δουν, να ακούσουν και να αισθανθούν τις Θείες Αρμονίες και τις Λάμψεις του Φωτός. Έρχεται αρωγός σ’ αυτούς που δεν βλέπουν, αλλά προσπαθούν και επιθυμούν ‘ να ενταχθούν στη Θεία Αρμονία και σκορπίζει την Ευλογία της Αλήθειας στις πλανημένες συνειδήσεις τους, που καθοδηγεί και κατευθύνει στο Ένα Τέρμα, στον Ένα Θεό. Πάνω όμως απ’ αυτούς που νομίζουν ότι ξέρουν, που τα τυφλά τους μάτια δεν αντιδρούν παρά μόνο στο σκοτάδι, αφήνει το αντιφέγγισμα του Φωτός της και περνά απαρατήρητη, προκαλώντας όμως στην αδρανή τους τύφλωση την πρώτη κίνηση, την πρώτη ενεργοποίηση, που μπορεί να εκδηλώνεται με τρόπο αρνητικό, όμως ανοίγει το δρόμο και δημιουργεί χώρο, όπου θα εισχωρήσει το Φως.
Έτσι και αυτή την εποχή πολλές εσωτερικές λειτουργίες και καταστάσεις του Ανθρώπου θα αποκαλυφθούν και θα εξηγηθούν με τον αποσυμβολισμό των Γραφών και τη μετάθεση της εξωτερικής πορείας προσώπων, που βρίσκονταν γύρω από τον Κύριο, σε εσωτερικές καταστάσεις και στάδια της έσω υπόστασης του Ανθρώπου.
Η πορεία και η εξέλιξη της πίστης ως εσωτερική λειτουργία του Ανθρώπου εκπροσωπήθηκε από τον Πέτρο. Ο Πέτρος είναι ένας από τους πρώτους μαθητές, που καλεί ο Χριστός να Τον ακολουθήσουν. Από τη στιγμή που καλείται από τον Κύριο ως μαθητής, οι διάφορες εκδηλώσεις πίστης που εκπροσωπεί, αρχίζουν να ενοποιούνται και να εναρμονίζονται. Δημιουργούνται συνδέσεις στα διάφορα σώματα – καλύμματα, που θα επιφέρουν σταδιακά τη σύγχρονη λειτουργικότητα των σωμάτων. Διανοίγονται οι αγωγοί ροής της Ενέργειας, όπου θα ρεύσει το Ενωτικό Ρεύμα της Αγάπης , που θα οδηγήσει στην ταύτιση με τον Δάσκαλο – Λόγο.
Όταν θα αποκατασταθεί η δυνατότητα επικοινωνίας ανάμεσα σε όλα τα σώματα – καλύμματα, σ’ όλες τις εκδηλώσεις πίστης και η δυνατότητα επέκτασης και απελευθέρωσης του περιορισμένου νου, τότε ο άνθρωπος αρχίζει να εισέρχεται στην πραγματική ουσία της πίστης και να κατανοεί, ότι με βάση αυτή την ουσία θα οικοδομήσει τον εσωτερικό του Ναό. «Καγώ δε σοι λέγω, ότι συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ΙΣΤ΄, 18).
Όμως οι συνδέσεις δεν έχουν γίνει άρρηκτες, και η Ενότητα δεν είναι ολοκληρωμένη. Ο Άνθρωπος μπήκε στο πρώτο στάδιο της ενοποίησης, όμως μέχρι να την πραγματοποιήσει πλήρως, οι προσμίξεις της αναλήθειας και πλάνης θα τον οδηγήσουν σε μεταπτώσεις και λανθασμένες εκδηλώσεις, όχι της ολότητας της πίστης, αλλά επιμέρους μορφών της.
Η επαφή του Ανθρώπου με την «Εγώ Ειμί» Παρουσία, που βρίσκεται εντός του, έχει πραγματοποιηθεί. Όμως δεν κατανοεί, ότι η «Εγώ Ειμί» Παρουσία εκδηλώνεται ως προσφορά. Έτσι μόλις αντιλαμβάνεται αυτή την κατάσταση επαναστατεί. Οι υλικές εκδηλώσεις πίστης, που δεν έχουν ακόμη αναχθεί και μετουσιωθεί, τείνουν να απορρίψουν αυτή την εκδήλωση. Αυτό όμως είναι λάθος. Προέρχεται και ωθείται από υλόφρονες καταστάσεις, που δεν μπορούν να συλλάβουν την Αέναη Αγάπη και Προσφορά του Θεού, οι οποίες είναι απαραίτητο να εξυψωθούν, «Και προσλαβόμενος αυτόν Πέτρος, ήρξατο επιτιμάν αυτώ λέγων· ίλεώς σοι, Κύριε, ου μη έσται σοι τούτο, ο δε στραφείς είπε τω Πέτρω· ύπαγε οπίσω μου, σατανά, σκάνδαλόν μου ει· ότι ου φρονείς τα τού Θεού, αλλά τα των ανθρώπων» (Ματθ. ΙΣΤ΄, 22 – 23).
Η πίστη του Ανθρώπου είναι ακόμα περιορισμένη. Δεν μπορεί να ταυτισθεί με την ολότητά της και εκδηλώνεται από διάφορα επίπεδα εκλέπτυνσής της, ανάλογα με την ενεργοποίηση που της προκαλούν οι διάφορες καταστάσεις. Γι’ αυτό το λόγο και διαχωρίζεται από την Αγάπη, ενώ πρέπει να συνυπάρχει μαζί της. Θέτει όρια και μέτρο στους σκοπούς της, στις εκδηλώσεις της. Δεν μπορεί να φανερώσει το Απεριόριστο, γι’ αυτό και το προσαρμόζει στα εκάστοτε οριοθετημένα πλαίσια του νου. «Τότε προσελθών αυτώ ο Πέτρος είπε· Κύριε ποσάκις αμαρτήσει εις εμέ ο αδελφός μου και αφήσω αυτώ, έως επτάκις;» (Ματθ. ΙΗ΄, 21). Όμως αυτό δεν είναι σωστό. Η ενυπάρχουσα εντός του ανθρώπου «Εγώ Ειμί» Παρουσία, δίνει τις καθοδηγήσεις για την κατάργηση των ορίων και των περιορισμών, «λέγει αυτώ ο Ιησούς· ου λέγω σοι έως επτάκις, αλλ’ έως έβδομηκοντάκις επτά» (Ματθ. ΙΗ΄, 22).
Η καθοδήγηση βοηθάει στην εξέλιξη της πίστης, αλλά δεν σημαίνει, ότι τη φθάνει και στο ύψιστο σημείο της. Διατηρεί ακόμα επιρροές συναισθηματικών καταστάσεων, που διαταράσσουν την ενωτική της εκδήλωση. Η πίστη πρέπει να υψωθεί πάνω από τους συναισθηματισμούς. Γιατί η Απόλυτη Γνώση δεν υπάγεται σε συναισθήματα. Κατέχει την Αγάπη και την εκδηλώνει. Οι διακυμάνσεις των συναισθημάτων αποδυναμώνουν τη δυνατότητα δημιουργίας της πίστης και τη διάχυσή της ως κινητήρια δύναμη των υποστάσεων. Διασπούν την ισορροπία της και σχηματίζουν χάσματα ανάμεσα στις διάφορες εκδηλώσεις πίστης. Ο άνθρωπος υψώνεται και καταβυθίζεται, χωρίς να μπορεί να μείνει σταθερός στην πορεία του. Αυτό ακριβώς συμβολίζει και το περπάτημα του Πέτρου πάνω στη θάλασσα (Ματθ. ΙΔ΄, 29 – 32). Είναι μια ατελής εξύψωση πίστης κατ’ εντολήν της «Εγώ Ειμί» Παρουσίας, που με την πρώτη κίνηση των συναισθημάτων διαταράσσεται και επανέρχεται στη συναισθηματική και περιορισμένη κατάσταση. Παρ’ όλ’ αυτά όμως η «Εγώ Ειμί» Παρουσία αναγάγει εκ νέου την πίστη του Ανθρώπου. Ο Άνθρωπος αισθάνεται την πίστη του ενοποιημένη, συνδεδεμένη με την Απόλυτη Γνώση και εναρμονισμένη με την αρμονική λειτουργία των σωμάτων – καλυμμάτων. Με αυτόν τον τρόπο ωθείται στο συμπέρασμα, ότι μπορεί να παραμείνει ακλόνητος, ταυτισμένος με την «Εγώ Ειμί» Παρουσία, χωρίς να αποκοπεί και να διασπάσει την ισχυρή ενοποιημένη του εκδήλωση, «αποκριθείς δε ο Πέτρος είπεν αυτώ· ει πάντες σκανδαλισθήσονται εν σοι, εγώ δε ουδέποτε σκανδαλισθήσομαι». «Λέγει αυτώ ο Πέτρος· καν δέη με συν σοι αποθανείν, ου μη σε απαρνήσομαι» (Ματθ. ΚΣΤ΄, 33, 35).
Σ’ αυτό το στάδιο της εσωτερικής φαινομενικής ενοποιημένης πίστης, ο Άνθρωπος δεν κατανοεί την ανάγκη εμβάπτισής του μέσα στη Θεία Παρουσία. Δεν μπορεί να δει την κρυμμένη σκοπιμότητα της μετουσίωσης, γι’ αυτό και την αρνείται ως ανάξιος να τη δεχθεί. Όμως και πάλι η εσωτερική καθοδήγηση της «Εγώ Ειμί» Παρουσίας, τον βοηθά και τον ανασύρει από την πλάνη. Τον εμβαπτίζει στο Θείο Είναι της. Έτσι όλα τα στοιχεία της πίστης παίρνουν το χρίσμα της ενοποίησης. Γίνεται, δηλαδή, η επικύρωση της δυνατότητας της εκδήλωσης της πίστης ως Ολότητα και Απόλυτη Γνώση και επισφραγίζεται η μετουσίωση των φθαρτών και καθηλωτικών στοιχείων με τη Θεία Επενέργεια του Φωτός, «Λέγει αυτώ Πέτρος ου μη νίψης τους πόδας μου εις τον αιώνα απεκρίθη αυτώ ό Ιησούς εάν μη νίψω σε, ουκ έχεις μέρος μετ’ εμού, λέγει αυτώ Σίμων ο Πέτρος· Κύριε μη τούς πόδας μου μόνον αλλά και τας χείρας και την κεφαλήν» (Ιωάν. ΙΓ΄, 8 – 9).
Όμως για να μετουσιωθούν αυτά τα στοιχεία, πρέπει πρώτα να φανερωθούν. Έτσι ο άνθρωπος κάνει το λάθος και αρνείται τις εκδηλώσεις πίστης των τριών κατώτερων σωμάτων – καλυμμάτων. Τα αποκόβει και τα απομονώνει από την ενότητα. Η ροή του Θείου Ρεύματος, που κυκλοφορούσε στους αγωγούς σύνδεσης σταματά, γιατί ένα μέρος από το όλο αποκόβεται και η πλήρη ανακύκλωση δεν μπορεί να συντελεστεί. Η «Εγώ Ειμί» Παρουσία δεν του δίνει κτύπους, αλλά καλύπτεται κάτω από την καινούργια διαχωριστική κατάσταση. Η υπόσταση συνειδητοποιεί το λάθος της και μετανοεί, «Τότε ήρξατο καταθεματίζειν και ομνύειν, ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον και ευθέως αλέκτωρ εφώνησε και εμνήσθη ο Πέτρος τού ρήματος Ιησού ειρηκότος αυτώ ότι πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις απαρνήση με· και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς» (Ματθ. ΚΣΤ΄, 74, 75).
Η καινούργια αυτή διαχωριστική κατάσταση όμως είναι παροδική. Η «Εγώ Ειμί» Παρουσία αναδύεται πάλι, αφού έχει πρώτα οδηγήσει τον Άνθρωπο στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας της ενότητας και της αναγωγής και μετουσίωσης κάθε στοιχείου. Τον φέρνει ν’ αγαπήσει τα στοιχεία που αρνήθηκε και μέσα σ’ αυτή την Αγάπη να τα μεταλλάξει, για να τα κάνει άφθαρτα, ικανά να συμμετέχουν στη Θεία του Υπόσταση. «Σίμων Ιωνά αγαπάς με πλείον τούτων;… λέγει αυτώ πάλιν δεύτερον Σίμων Ιωνά αγαπάς με;… λέγει αυτώ τρίτον Σίμων Ιωνά φιλείς με;» (Ιωάν. ΚΑ΄, 15, 16, 17).
Μόνον όταν ο Άνθρωπος κατανοήσει όλες τις επιμέρους εκδηλώσεις πίστης και μέσα στην Αγάπη τις ενώσει, μπορεί να επιστρέφει στην ταύτιση με την Απόλυτη Γνώση, απεκδυόμενος όλα τα καλύμματα της αναλήθειας και της πλάνης. Και μόνο τότε μπορεί να εκδηλωθεί σαν Δημιουργική Δύναμη, που ρέει μέσα στα πάντα και δίνει Ζωή, σαν Θεός μέσα στη Θεότητα.
