…Εδώ και ώρα τα μάτια του κοιτούσαν το Άπειρο και τα βλέφαρα κινήθηκαν να τα καλύψουν για να μη χάσουν την υγρασία τους. Ο νους αυτού του τίμιου αναζητητή της Αλήθειας είχε κινήσει για πολλοστή φορά ν’ ανέβει στα ψηλά σκαλοπάτια της Γνώσης, βαθμίδες της ατέλειωτης Σκάλας που οδηγεί στον Θεό. Μέσ’ απ’ τις μνήμες του ξεπήδησαν μιλιούνια οι εικόνες, μπερδεμένες στην αρχή, μα σιγά σιγά ολοένα και πιο ξεκάθαρες…
«Ο κόσμος όλος ταράζεται»…
Τα πολιτικά συστήματα αναμετρούν τις δυνάμεις τους καθώς το ταχύρρυθμο των εξελίξεων, που πλέον δεν ορίζουν, τα συνωθεί στην προετοιμασία του Κύκνειου άσματος, της κατάρρευσής τους.
Παντού βία, πείνα, ανελευθερία. Παντού τρομοκρατία, νόμιμη και μη. Παντού καταπίεση… Ο Άνθρωπος βασανίζεται από τις ίδιες τις ιδέες του, τα πάθη του, τις επιλογές του, και η Δικαιοσύνη διάτρητη προσπαθεί να διατηρήσει τη στοιχειώδη τάξη, προκειμένου να παραταθεί η διάρκεια της ζωής ενός κόσμου στηριγμένου στο συμφέρον, την εκμετάλλευση και την έλλειψη της Αγάπης προς κάθε ανώτερο ιδανικό, υψηλότερο εκείνων της απόλαυσης, της φιληδονίας και όλων των ιδεών του σαρκικού νου που αγωνίζεται με κάθε τρόπο να διατηρήσει τη Βασιλεία του στις καρδιές των ανθρώπων. Κι όμως…
Η Οικονομία κλυδωνίζεται επικίνδυνα, τα φιλοσοφικά ρεύματα νοσούν, οι πολιτικοί πλέκουν διαρκώς μεγαλύτερα εγκώμια στο διαχωρισμό και τη δεοντολογία της Άρνησης, η βία και η εγκληματικότητα διαρκώς αυξάνουν, κερδίζοντας έδαφος και ανθρώπους. Και η Αγάπη… Η Αγάπη συνεχώς μειώνεται σ’ έναν κόσμο που, καθώς στέκεται στο τελευταίο σκαλοπάτι της Κοσμικής Περιόδου η οποία ετοιμάζεται να κλείσει τα βιβλία των χρεοφειλών για να αποφανθεί για τις οφειλές του καθενός, αποδεικνύει με τα αποτελέσματα των επιλογών του ανθρώπου τα σαθρά οικοδομήματα των ιδεολογικών του συστημάτων που διαδοχικά καταρρέουν, που, έτσι όπως είναι, η Αγάπη δεν χωράει σ’ αυτόν κι αυτός δεν χωράει στην Αγάπη.
Ο κόσμος… Ο φθαρμένος κόσμος της αναρχίας, της προσωπικής ικανοποίησης και της ατομικής εξυπηρέτησης. Το βασίλειο του Ηρώδη που, αν κι έζησε πριν δύο χιλιάδες χρόνια, εμφανίζεται στο προσκήνιο με τα χίλια πρόσωπα της διαφθοράς και της παρανομίας και βασιλεύει κυβερνήτης, ιθύνουσα θέληση της αισθησιακής Συνείδησης και της σεξουαλικής αίσθησης, που συγκινεί τα λάγνα μάτια του με τον λικνιστικό χορό της αμαρτίας.
Ο Ηρώδης, η Ηρωδιάδα, η Σαλώμη δεν έφυγαν ποτέ από τη γη, αντίθετα ζουν μες στα πολλά πρόσωπα των υπηκόων τους που ακολουθούν πιστά τις ορέξεις τους, εφαρμόζοντας τις πλάνες ιδέες που οι αισθήσεις τούς επιβάλλουν, κι έτσι η Ιστορία επαναλαμβάνεται, όμως αυτή τη φορά σε μεγαλύτερη έκταση.
Το Βασίλειο του Ηρώδη απλώνεται σ’ όλο τον κόσμο, ο Ηρώδης αναγνωρίζεται να κατευθύνει το νου των ανθρώπων στα πάθη της Ηρωδιάδας, που σαγηνεύει τον Ηρώδη μα και τους πιστούς του με τον λάγνο ερωτικό χορό της Σαλώμης, της σεξουαλικής αίσθησης, που σέρνει τους ανθρώπους στον εξευτελισμό καθώς ο κόσμος ολόκληρος ακολουθεί υποταγμένος την κατεύθυνση του παραλογισμού.
Στο τέλος αυτής της Κοσμικής Περιόδου όλα φαίνονται μάταια, χωρίς ελπίδα σωτηρίας, καθώς εκείνοι που ανέλαβαν να διαδώσουν τη Διδασκαλία της Αγάπης περιόρισαν την Απειρότητα των Ιδεών Της στη μικρή εμβέλεια των μεταφράσεων και τη φοβισμένη μεταφορά φτωχών νοημάτων που εξάγονταν απ’ τις γνωστές και τετριμμένες ερμηνείες, που παρέμειναν να διδάσκουν στους ανθρώπους το γράμμα της Διδασκαλίας, για το φόβο των φανατικών μη χαρακτηριστούν αιρετικοί.
Το ’ξερε, το ’νιωθε, πως τούτη τη φορά θ’ άρπαζε το Κλειδί που οδηγεί στο Νήμα της Ατέλειωτης Αλήθειας, της Μίας, που ’χει τα πάντα μέσα της. Έβαλε μπρος στην οθόνη του νου του το Χρόνο να κρίνει τις Ιδέες που ο Άνθρωπος συνέλαβε και υλοποίησε στο διάβα των αιώνων. Και να… Μία μία κατέρρεαν μπροστά στην Κρίση του Χρόνου που έλεγχε την ποιότητα και την αντοχή τους, για ν’ αποφανθεί στο τέλος πως είχαν φθαρεί. Σαν κινηματογραφική ταινία σε γρήγορη κίνηση, αυτοκρατορίες υψώνονταν και γκρεμίζονταν μέσα σε ελάχιστες στιγμές, κατεστημένα ιδεών στήνονταν ως προπύργια κοινωνικών συστημάτων, μα πάλι κατέρρεαν, κι έρχονταν άλλα… κι άλλα, να υψώσουν το καχεκτικό τους ανάστημα πάνω στα ερείπια των άλλων, για να καταρρεύσουν κι αυτά με τη σειρά τους, για να υψωθεί περισσότερο ο λόφος που σχημάτιζαν με τα συντρίμμια τους.
… Κι έτσι συνέχισε, μέχρι που μια στιγμή δεν έμεινε πια εικόνα απ’ τον κόσμο του καμιά ν’ αντέξει στην Κρίση του Χρόνου. Έπεσε σιωπή… Μέσα στο νου του δεν υπήρχε τίποτε… Μέσα σε λίγες στιγμές είχαν καταρρεύσει όλα τα έργα του κόσμου, οι ιδέες του, τα συστήματά του. Τα πάντα είχαν γκρεμιστεί αφήνοντας τη σκόνη της λήθης να σκεπάσει πάλι τη γύμνια τους…
Τίποτα; αναρωτήθηκε… Τίποτα δεν είχε Αλήθεια σ’ αυτό τον κόσμο; … Μέσα του ένιωσε τον πανικό αγκαλιασμένο με το φόβο να κινούνται ύποπτα για να καταλάβουν την καρδιά του. Κι έτσι όπως έστρεψε το νου του ν’ αμυνθεί, άκουσε μέσα του φωνή που ’ρχόταν απ’ τα βάθη των αιώνων σαν χείμαρρος. Αναποδογύρισε το τραπεζάκι που πάνω του ο Χρόνος είχε αραδιασμένα τα χαρτιά του και ξέσπασε πλημμύρα μέσα του κόβοντάς του την ανάσα.
«Μετανοείτε, ήλθεν και νυν εστίν η Βασιλεία των Ουρανών».
… Του πήραν το κεφάλι και νόμιζαν πως όλα τελείωσαν, μα να ’τος πάλι εδώ. Υψηλός σαν κυπαρίσσι, αγέρωχος, ουδέτερος, με το αετίσιο βλέμμα Του να εξετάζει τους πάντας, διαχέοντας το άπλετο Φως Του στο βασίλειο. Η γη άρχισε να τρέμει με την εμφάνισή Του. Χαλασμός στο Βασίλειο. Οι μάσκες έπεφταν…
Ο Ηρώδης πετάχτηκε πάνω βλέποντας τους υπηκόους του να ’χουν σταματήσει σαν στήλη άλατος, προσπαθώντας να συνέλθουν από τη βοή και την τρεμούλα. Η εμφάνιση Εκείνου σταμάτησε κάθε λειτουργία… Η Σαλώμη σταμάτησε, μην έχοντας τελειώσει τον νωχελικό χορό της. Κοίταξε με αιδώ τη γύμνια της και τα καλοσχηματισμένα πόδια της.
Η Ηρωδιάδα τον κοίταξε με φόβο, ενώ συγχρόνως έριχνε κλεφτές ματιές στον σύζυγο και στην κόρη της.
Ο Ηρώδης, όρθιος, έβλεπε το θρόνο του να βουλιάζει κι άρχισε να ταράζεται από την ξαφνική συμφορά.
Ο Ιωάννης είχε έρθει πάλι. Ήταν ο κατά Νόμον αρμόδιος γι’ αυτό το Έργο που θα ανόρθωνε τον Άνθρωπο, γιατί το Έργο ήταν ο Ίδιος ο Ιωάννης, ο Πρώτος απ’ τους ανθρώπους, ο Άνθρωπος του Θεού.
Αυτή τη φορά, όμως, δεν έφερνε Μήνυμα που θ’ άνοιγε την Οδό του Λόγου. Έφερνε Μήνυμα που ανοίγει την Οδό του Ανθρώπου, την Οδό που Πρώτος Αυτός θα βάδιζε για να ενώσει τον Άνθρωπο με τον Θεό. Ο Ιωάννης ανήγγελλε πια τον Ίδιο Του τον Εαυτό στη Δευτέρα Του Παρουσία. Ανήγγελλε τη Θέωση του Ανθρώπου.
Καταστροφή και όλεθρος, γύμνια και πενία στο παλάτι μόλις ο Ήλιος εμφανίστηκε και απεκάλυψε τη νωθρή και άσεμνη καλοστημένη βασιλεία του Ηρώδη. Κανείς δεν κουνιόταν από τη θέση του. Σιγή. Πλήρης σιγή. Ακινησία.
Ένας υπηρέτης πρώτα, χρόνια στη δούλεψη του Ηρώδη, πετάχτηκε όρθιος, Τον πλησίασε… Τον αναγνώρισε. Είναι Εκείνος, ψιθύρισε και προσφέρθηκε να Τον καλωσορίσει. Έπεσε στα πόδια του, θέλοντας να υποβάλει τα σέβη του και συγχρόνως να κρύψει τις ενοχές του για την προδοσία και το διασυρμό.
Σήκω όρθιος, του είπε με φωνή σταθερή, γαλήνια, αλλά και που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Ναι. Είχαν αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον. Χαμένος, ικανός συνοδοιπόρος, άξιος εργάτης, τίμιος και ενάρετος, είχε ξεπέσει στη δούλεψη του Ηρώδη.
Δεν θέλω δούλους ή υπηρέτες. Θέλω άξιους συνεργάτες, ικανούς να σηκώσουν την Αλήθεια. Τον πήρε δίπλα Του και με ύφος Πατρικό ανέσυρε την ποιότητα του Εαυτού που είχε υποδουλωθεί στις ορέξεις και τους εξευτελισμούς του Ηρώδη.
Και δεύτερος και τρίτος υπηρέτης και τέταρτος, δειλά αλλά αποφασιστικά, άρχιζαν να μαζεύονται τριγύρω Του. Τον είχαν αναγνωρίσει. Όχι, δεν έκαναν λάθος… Ήταν Αυτός…
Σε χρόνο μηδέν μαζεύτηκαν οι υπηρέτες που μέχρι πρότινος υπηρετούσαν και πρόσφεραν τις ικανότητές τους υποβαθμισμένα, όπως ο Ηρώδης ήθελε, όπως ο Ηρώδης καταλάβαινε. Μείνανε κάνα δύο πιο πίσω. Και αυτοί Τον είχαν αναγνωρίσει, απλώς σκεφτόντουσαν και το αφεντικό τους που, βλέποντας να χάνει κάθε δύναμη στο υπηρετικό προσωπικό, άρχιζε να φωνάζει με πανικό και με την αγωνία ζωγραφισμένη στο παχουλό, ροδοκόκκινο πρόσωπό του.
Η Σαλώμη ταράχτηκε συθέμελα μπροστά στην Παρουσία Του. Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν, ενώ συγχρόνως τα μάτια Του καθρέπτης για τη γύμνια της και τις ενοχές της. Γύρισε, έριξε μια τελευταία ματιά στη μάνα της και, αδιαφορώντας για τον θετό πατέρα της, έτρεξε πρώτη να φορέσει κάτι ελαφρύ να καλύψει το κορμί της. Έξυπνη ως ήταν, κατάλαβε… Ο χορός της πια δεν θα μπορούσε να την εξυπηρετήσει, εξάλλου ο Ηρώδης θα έχανε το θρόνο, η μάνα της ήταν γερασμένη αλλά καλοστεκούμενη, με ιδέες στείρες και απαιτητικές. Οι υπηρέτες είχαν πάει κοντά Του. Δεν είχε άλλο δρόμο λοιπόν. Με σκυφτό το κεφάλι Τον πλησίασε και με ύφος εμφανέστατα μετανιωμένο ζήτησε μια θέση δίπλα Του. Ζήτησε να μαθητεύσει κοντά Του.
Η Ηρωδιάδα, με μάτια μαύρα, κοίταξε τις ανακατατάξεις του παλατιού και ο νους της δούλεψε μηχανικά αυτόματα. Για πρώτη φορά είδε πόσο αλαζών και εγωιστής ήταν ο σύζυγός της. Για πρώτη φορά αναρωτήθηκε: Μήπως έκανα λάθος; Μήπως τελικά δεν είσαι ο Βασιλιάς;
Με υποστολή και βήματα ασταθή ακολούθησε τη μονάκριβή της, που τώρα πια είχε γυρίσει τις πλάτες της στο ανάκατο, έρημο βασίλειο.
Ο Ηρώδης άρχισε να ωρύεται. Καταστροφή μεγάλη τον βρήκε. Θα πολεμήσω, έλεγε. Δεν είναι δυνατόν! Αυτός ο περιπλανώμενος της Ερήμου ήλθε και μου διέλυσε το αρχοντικό. Είχε μείνει μόνος του όμως. Μόνος, σ’ ένα βασίλειο άδειο κι ερειπωμένο. Άρχισε ν’ ασφυκτιά μέσα στα ρυπαρά, ψεύτικα στολίδια του, άρχισε να κλονίζεται και να χάνει το θάρρος και τη δύναμή του, αφού κανένας υπηρέτης δεν είχε μείνει πια κοντά του να τον υπηρετήσει. Έχασε την πίστη στον εαυτό του, έχασε τη θέληση που είχε. Και να, ο τελευταίος, εκείνος ο νεαρός ο ονειροπόλος, που του έλεγε ιστορίες φανταστικές και του εξύψωνε την περηφάνια και τη δύναμή του, ακόμα κι αυτός που μέχρι την τελευταία στιγμή τού έπλεκε εγκώμια, απεχώρησε και εντάχθηκε στον Ειρηνικό Στρατό της Αγάπης.
Έβαλε τα κλάματα και με ύφος μικρού παιδιού φώναξε: «Ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».
Οι Γραφές ξαναγράφονται. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής αναδύθηκε από το παρελθόν για να συνεχίσει την πορεία Του. Την Πορεία του Ανθρώπου. Η μαθητεία άρχισε. Δύσκολο και ασήκωτο το έργο. Όλος ο ειρηνικός στρατός είχε ενταχθεί σε μαθητεία. Καθένας είχε αναλάβει και από μία εργασία, αυτήν που έπρεπε, αυτήν που όριζε η προδιαγραφή του. Πολλή δουλειά.
2.000 χρόνια είχαν ξεχαστεί, είχαν κρύψει βαθιά μέσα τους τις ικανότητές τους και εμφάνιζαν φτωχά, ξεθωριασμένα εντυπώματα των προσόντων τους. Ήθελαν όλοι τους εκπαίδευση. Ήταν υπάκουοι όμως και σώφρονες, ταπεινοί και με αγάπη άρχιζαν να καταβάλλουν προσπάθειες για την ανασυγκρότηση του Ναού, όπως ο Ιωάννης τους καθοδηγούσε.
Η κόρη του Ηρώδη, αμάθητη ως ήταν στη δουλειά, ψιλοτεμπέλιαζε και επαναστατούσε μόνη της, χωρίς να τολμά να πει τίποτα σ’ Εκείνον, που μόνο με το βλέμμα Του, το βλέμμα της Αγάπης που της έριχνε, αγαλλίαζε το «Είναι» της, πράγμα πρωτόγνωρο για τη μικρή, κακομαθημένη κορασίδα, που όμως ένιωθε πολλή μοναξιά και πόνο στη θύμηση του προηγούμενου βίου της. Την πήρε κοντά Του και της έδινε μαθήματα χωριστά και με λόγια απλά, σύμφωνα με τη νοημοσύνη της, της ανέλυε περί Αγάπης, που η μοναχοκόρη είχε πλήρη άγνοια. Η μάνα της δεν ήξερε απ’ αυτά.
Άρχισε κι αυτή να προχωράει. Άρχισε να δουλεύει για το Ναό, προσπαθούσε, υπάκουε, και όσο την έβλεπε ο Ιωάννης να προσπαθεί τόσο την βοηθούσε και της επέτρεπε να περνάει τις ώρες της ξεκούρασης μαζί Του και να ακούει για τον Ερχομό Εκείνου. Δεν καταλάβαινε και πολύ, αλλά ήξερε ότι ο Ναός έπρεπε όσο το δυνατόν γρηγορότερα να τελειώσει.
Η σύζυγος του Ηρώδη είχε στρωθεί κι αυτή στη δουλειά, ξεχνώντας σιγά σιγά τα μεγαλεία του παρελθόντος, αφού ο Ιωάννης, καπετάνιος έμπειρος και δοκιμασμένος, ήξερε τι ήθελε ο καθένας για να προοδεύσει. Της έδωσε υπευθυνότητες και τίτλο προϊσταμένης της ομάδας που δουλεύανε μαζί. Την άφηνε να έχει το «επιτελείο» της, ενώ συγχρόνως δούλευε και αυτή με περίσσιο ενδιαφέρον, μην τυχόν και δεν φανεί καλή προϊσταμένη.
Ο Ιωάννης ήξερε. Για να κτιστεί ο Ναός, χρειάζονταν χέρια δυνατά, χρειαζόταν θέληση και ανδρεία. Οι εργάτες ήταν δίπλα Του και κάθε κίνηση του Νου Του, γι’ αυτούς ήταν προσταγή.
Έβαλε τον έναν από αυτούς, που έλεγε τα χωρατά στον Ηρώδη, να κάνει το σχέδιο το αρχιτεκτονικό. Η φαντασία του έγινε Θεία Έμπνευση για τον Οίκο που ετοιμαζόταν. Ένα άλλο παλικάρι, αψίθυμο και ορμητικό, τον έβαλε να κάνει την είσοδο, ενώ συγχρόνως τον είχε από κοντά, τον παρακολουθούσε και τον επανέφερε στην τάξη, όταν πάνω στα χωρατά ύψωνε τη φωνή στους υπόλοιπους. Όσο για τον νεαρό, τον υπηρέτη που δεν μίλαγε πολύ, με συνεχή τη θλίψη στα καθαρά μάτια του, που έπαιζε καμιά φορά μουσική και όλοι γαλήνευαν με τους σκοπούς του, τον είχε δίπλα Του. Του είχε αδυναμία ο Ιωάννης, αλλά δεν του το ’δειχνε. Τον είχε μέσα στην Καρδιά Του. Ο νεαρός Τον κοίταζε στα μάτια και μετά έπαιρνε την πένα που του είχε δωρίσει ο Ιωάννης και έγραφε ύμνους γι’ Αυτόν. Ήταν ατίθασος και καμιά φορά επαναστατούσε βλέποντας τους άλλους να κτίζουν το Ναό κι εκείνον να κάθεται και να γράφει, να γράφει…
Δεν του μιλούσε ο Ιωάννης, τον άφηνε να ξεσπάσει, να βγάλει την ορμή του, να βγάλει την καταπίεση που είχε μέσα του, που χρόνια στη δούλεψη του Ηρώδη είχε μαζέψει. Ήταν περήφανος, με καταγωγή που ούτε ο ίδιος θυμόταν από πού, αλλά υψηλή. Όταν γαλήνευε ο νεαρός και κοίταζε με δέος τον Δάσκαλό του, Εκείνος του ’λεγε γι’ Αυτόν που έρχεται και του χάιδευε το κεφάλι με τρυφερότητα.
Ο καιρός περνούσε… Μέσα από τα συντρίμμια αναδυόταν ο Ναός. Άλλοι από περιέργεια, άλλοι γιατί ένιωθαν κάτι καινούργιο να γίνεται, κι άλλοι γιατί τους ήταν γνωστό το Σημείο του Σταυρού, όλοι πρόσφεραν και δούλευαν όσο μπορούσε ο καθένας. Ο κόπος του Ιωάννη πήρε σάρκα και οστά. Ο Ναός κτίστηκε… Η κορασίδα άλλαξε δίπλα Του. Έγινε σεμνή και πάνω απ’ όλα έμαθε ν’ αγαπάει, επέβλεπε το Ναό και υπηρετούσε τον Ιωάννη με σεβασμό. Το ίδιο και η πρώην βασίλισσα και νυν εργάτρια του Έργου του Ιωάννη. Όλα ήταν στη θέση τους. Όπως Εκείνος όριζε.
Ο Ιωάννης με τα στιβαρά χέρια και το αετίσιο βλέμμα άλλαζε όψη. Έγινε πιο υψηλός, πιο όμορφος. Ο Ερχομός Εκείνου του είχε επιφέρει αλλαγές και εξωτερικές, ακόμα και το βλέμμα Του είχε γίνει πιο διεισδυτικό, είχε γίνει Άπειρο.
Τώρα δουλειά. Δουλειά πολλή. Έξω ο κόσμος είχε μείνει στην άγνοια, υπόδουλος του Ηρώδη, μια και κανείς δεν πήρε είδηση την Αλλαγή, ενώ η Νέα Εποχή είχε ήδη ανατείλει.
Ο Ιωάννης τούς φώναξε έναν έναν. Παλιοί λογαριασμοί που έπρεπε να ξεκαθαριστούν. Οφειλές και χρέη που έπρεπε ν’ αποκατασταθούν. Ο Εντεταλμένος συνέχισε το Έργο της αποκατάστασης.
Συχνά έλεγε για την Τράπεζα της Αγάπης όπου έπρεπε όλα να ταξινομηθούν, να ξεπληρωθούν…
Έτσι όριζε το Θείο Σχέδιο…
Το Έργο του Ιωάννη.
